Η πιο ονομαστή και αξιόλογη πόλη της Ακρώρειας στην ιστορική ακμή της αρχαίας Ελλάδος ήταν ο Λασιών, από όπου έχει πάρει το όνομα ο νέος Δήμος Λασιώνος. Ο Δήμος Λασιών έχει έδρα το χάνι Πανόπουλο, που βρίσκεται στο κέντρο της κοινότητας Αντρωνίου, και ανήκει στον Νομό Ηλείας.
Στο κέντρο της Αρχαίας Φολόης, της σημερινής Κάπελης, ονομαστή και αξιόλογη πόλη της Ακρώρειας ήταν ο Λασιών(-ωνος) και από τον Πολύβιο Λασίων(-ωνος) παραγομένη απότον Λάσιο (σκιερός τόπος), ο οποίος ήταν ένας από τους μνηστήρες της Ιπποδάμειας, που νικήθηκε στην Αρματοδρομεία από τον Οινόμαο και στην συνέχεια σκοτώθηκε όπως όλοι, εκτός από τον Πέλοπα. Οι αρχαιότεροι κάτοικοι του ήταν οι Αχαιοί, οι οποίοι ήταν συγγενείς με τους Αρκάδες, τους Πελασγούς και τους Αιολείς. Ήταν αναμεμειγμένοι με τους προέλληνες κατοίκους της περιοχής, καθώς και με άλλα ελληνικά φύλα από τη Θεσσαλία, την Αιτωλία, τη Λοκρίδα, την Αττική, τη Βοιωτία, τη Μ.Ασία και την Κρήτη (αποτελούσαν τους Ομηρικούς Εποιούς).
Στη φυσική ομορφιά του τόπου προστίθενται και ιστορικά αξιοθέατα μεταξύ των οποίων είναι το Μυκηναϊκό νεκροταφείο 50 θαλαμοειδών τάφων στη θέση Παλιομποκοβίνα στα σύνορα Αντρωνίου (Πανόπουλο) και Μποκοβίνας (Αγ.Τριάδος). Ακόμη, τα ερείπια της αρχαίας πόλης Λασιών, που βρίσκονται στη μεγαλοπρεπή θέση Κούτι (όπου ήταν χτισμένο το κάστρο) τα οποία ανακάλυψε και περιέγραψε ο αρχαιολόγος Welker το 1842.
Στη φυσική ομορφιά του τόπου προστίθενται και ιστορικά αξιοθέατα μεταξύ των οποίων είναι το Μυκηναϊκό νεκροταφείο 50 θαλαμοειδών τάφων στη θέση Παλιομποκοβίνα στα σύνορα Αντρωνίου (Πανόπουλο) και Μποκοβίνας (Αγ.Τριάδος). Ακόμη, τα ερείπια της αρχαίας πόλης Λασιών, που βρίσκονται στη μεγαλοπρεπή θέση Κούτι (όπου ήταν χτισμένο το κάστρο) τα οποία ανακάλυψε και περιέγραψε ο αρχαιολόγος Welker το 1842. Εξέχουσας ομορφιάς αποτελεί ο Βυζαντινός Ναός των Αγ. Αναργύρων στο Αντρώνι, με τις μοναδικές τοιχογραφίες του. Μια από αυτές είναι και ο Άγιος Σκύλος Αντρωνίου. Αναπαριστά έναν Άγιο με κεφάλι κυνηγόσκυλου της περιοχής και σώμα ανθρώπου. Δίπλα του, επίσης, υπάρχει μία άγνωστη στην ορθόδοξη και την καθολική εκκλησία αγιογραφία με το τίτλο «Κυνο-βιάρχης».
Το μυκηναϊκό νεκροταφείο της Αγίας Τριάδας βρίσκεται στην ορεινή ΒΑ. Ηλεία, στα σύνορα με το Νομό Αχαΐας. Καταλαμβάνει μεγάλη έκταση στην κορυφή μιας πλαγιάς που καταλήγει απότομα στον Πηνειό ποταμό. Αναπτύσσεται σε δύο συστάδες στις θέσεις Αγιάννης και Σπηλιές Παλιομπουκουβίνας. Εντοπίστηκε το 1988 και περιλαμβάνει γύρω στους πενήντα θαλαμοειδείς τάφους της Υστεροελλαδικής ΙΙΙ εποχής.
Η διάταξη των τάφων δείχνει ότι πρόκειται για ένα αρκετά καλά οργανωμένο νεκροταφείο. Η αρχιτεκτονική των τάφων παρουσιάζει ομοιότητες με τα μεγάλα νεκροταφεία της συγκεκριμένης περιόδου, και κυρίως με την Αχαΐα, την περιοχή της Ολυμπίας και την Κεφαλλονιά. Η ύπαρξη διπλών ταφικών θαλάμων σε ορισμένους τάφους παραπέμπει στα νεκροταφεία των μεγάλων μυκηναϊκών κέντρων, την Αργολίδα, τη Μεσσηνία αλλά και την Κρήτη.
Στο νεκροταφείο του Αντρωνίου βρίσκεται ο βυζαντινός Ναός των Αγίων Αναργύρων που είναι χαρακτηρισμένος ως «βυζαντινή αρχαιότητα». Εσωτερικά είναι αγιογραφημένος με σπάνιες τοιχογραφίες που πολλές έχουν υποστεί από την υγρασία και την εγκατάλειψη ανεπανόρθωτες βλάβες.
Ανάμεσα στις τοιχογραφίες στο μέσον και δεξιά του Ναού υπάρχει ο Άγιος Χριστόφορος, ο Ρέπροβος, με κεφάλι σκύλου (πιθανόν κυνηγού), κρατώντας στο δεξί του χέρι ένα σταυρό.
Πολλά και ποικίλα σπήλαια βρίσκονται διάσπαρτα στο Δήμο Λασιώνος του Νομού Ηλείας. Ιδιαίτερα όμως τα χωριά Κερτίζα, Τσίπιανα και Βερβινή έχουν χαρακτηριστεί ως «σπηλαιογενή» λόγω των πολλών σπηλαίων και βαραθροσπηλαίων. Συγκεκριμένα, το σπήλαιο του Αμαρκιανού βρίσκεται σε υψόμετρο 1000 μέτρων. Επί της παλαιάς οδού Τσιπιάνων-Κερτίζας κοντά στα όρια και σε απόσταση μισής περίπου ώρας από τα Τσίπιανα, βρίσκεται δεξιά μικρό μονοπάτι που κατηφορίζει (και μαζί σχεδόν κατηφορίζει σειρά τεράστιων βράχων) και που καταλήγει σε ένα μεγάλο πλάτωμα. Από εκεί είναι ορατά ερείπια πέτρινων κτηρίων, δίπλα στα οποία βρίσκεται η είσοδος του σπηλαίου.
Στον αρχαιολογικό χώρο του αρχαίου Λασιώνος, ανάμεσα στα χωριά Κούμανη και Αντρώνι στην θέση Κούτι, υπάρχουν τα ερείπια ναΐσκου. Βρίσκεται στο λόφο της ακροπόλεως Σύμφωνα με τους ντόπιους ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Δημήτριο. Είναι μονόκλιτος με ημικυκλική αψίδα Ιερού, που προεξέχει από το ευθύγραμμο αρχαίο τείχος. Το σωζόμενο ύψος των τοίχων του δεν ξεπερνά το 1μ. Η αψίδα έχει χορδή μήκους 2,78μ. και ακτίνα 2,5μ. Το μήκος του κυρίως ναού εσωτερικά είναι 6,9μ. Στο ημικύκλιο της κόγχης αρχαία μέλη σχηματίζουν πιθανόν Αγία Τράπεζα. Ο ναός είναι δομημένος εξ ολόκληρου με spolia αρχαίων κτηρίων.
Βόρεια του χωριού Κακοτάρι του Δήμου Λασιώνος, σε επίκαιρο σημείο, πάνω από ένα στένωμα του άνω ρου του ποταμού Πηνειού στην θέση Διπόταμα, βρίσκεται μεσαιωνικός οικισμός, γνωστός ως κάστρο της Ωριάς ή της Οχιάς. Στον λόφο του κάστρου, ανάμεσα στα ερείπια των σπιτιών υπάρχει θέση με το τοπωνύμιο «Μοναστήρι», όπου δεν διακρίνονται με ευχέρεια τα οικοδομικά λείψανα. Σε πλαγιά δυτικά του κάστρου μια άλλη θέση, «το Παλιοκκλήσι», παρέχει στοιχεία για την ύπαρξη κοιμητηρίου, χωρίς να είναι ορατή η εκκλησία. Μόνο στην κορυφή του κάστρου, που είναι οχυρωμένη με αμυντικό περίβολο, διακρίνονται τα ερείπια ανώνυμου ναού κοντά σε μια σε μια ερειπωμένη κινστέρνα.
Το φαράγγι είναι πλούσιο με πλατύφυλλα και αειθαλή είδη. Οι πλαγιές του είναι γεμάτες από αριές, πουρνάρια, ρείκια, σφάκες, κουτσουπιές, κουμαριές, αγκλαβουτσιές, μυρτιές και στις όχθες ιτιές, βάγια, πολλά πλατάνια και διάφορα αναρριχητικά φυτά. Ιδιαίτερα την άνοιξη η χλωρίδα του φαραγγιού και γενικά της περιοχής δίνει ποικιλία χρωμάτων και μεθυστικών αρωμάτων. Υπάρχουν πολλά είδη αγριολούλουδων, βοτάνων όπως το σκρούμπο (για τις πληγές), η αγράμπελη (για τα αποστήματα), η σκάρφη (για τον πονόδοντο) και αρωματικών φυτών από θρούμπη, ρίγανη, σπέντζες, μέντα και άγριες ορχιδέες.
Κοντά στο χωριό Κούμανι, βρίσκεται το φαράγγι του Ερυμάνθου, που συγκαταλέγεται ανάμεσα στα πλέον εντυπωσιακά αλλά και τα πλέον δύσβατα της Ελλάδας, γι’ αυτό και προσελκύει ξένους «καγιάκερς». Ο ποταμός Ερύμανθος, παραπόταμος του Αλφειού προσφέρεται για ελεύθερο canoe, την άνοιξη αλλά και τους θερινούς μήνες. Η πιο εντυπωσιακή διαδρομή την οποία προτιμούν οι τολμηροί φυσιολάτρες είναι το φαράγγι του Ερύμανθου από τα Τριπόταμα ως την Νεμούτα. Την άνοιξη επισκέπτονται την περιοχή και κάνουν canoe στον Ερύμανθο πολλοί τουρίστες.
Το δημοτικό διαμέρισμα της Αγίας Κυριακής, παλαιότερα ονομαζόταν Κερτίζα είναι χωριό του νομού Ηλείας, που ανήκει διοικητικά στο δημοτικό διαμέρισμα Αγίας Κυριακής του δήμου Λασιώνος. Βρίσκεται στο όρος Ερύμανθος, σε υψόμετρο 940 μέτρα και κατά την απογραφή 2001 είχε 121 κατοικους ,οι οποίοι ασχολούνται κυρίως με την γεωργία και την κτηνοτροφία.
Σε ορεινή και δύσβατη θέση της ΒΑ. Ηλείας, μεταξύ των κοινοτήτων Πανόπουλου και Αγ. Τριάδας επισημάνθηκε ήδη από το Φεβρουάριο του 1988 εκτεταμένο νεκροταφείο, μυκηναϊκών θαλαμωτών τάφων. Η θέση ονομάζεται Παλιομπουκουβίνα (από το ομώνυμο χωριό το οποίο υπήρχε κάποτε εκεί και κατεστράφη, σύμφωνα με την προφορική παράδοση, από λοιμώδη νόσο), ενώ το τοπωνύμιο μαρτυρεί εγκατάσταση σλαβικών φύλων, καθώς Μπουκοβαρ στη σλαβονική ονομάζεται η δρύς. Η ανασκαφή ξεκίνησε από τον Ιανουάριο του 1990 έως το 1994 και επανελήφθη το πρώτο εξάμηνο του 1997. Συνολικά μέχρι το 1995 απεκαλύφθησαν 47 θαλαμωτοί τάφοι.
Το νεκροταφείο, παρά τη δραστηριότητα των αρχαιοκαπήλων, απέδωσε πλούσια ευρήματα (περίπου τετρακόσια πενήντα ακέραια αγγεία και 1500 μικροευρήματα).
Οι θαλαμωτοί τάφοι περιλάμβαναν πολλαπλές ταφές, διαφόρων χρονικών φάσεων της ύστατης Χαλκοκρατίας (1400 – 1100 π.Χ), όπως καταδεικνύεται και από τα συνανήκοντα κτερίσματα. Μόνο στον τάφο 36 είχε αποτεθεί ένας νεκρός, ενώ οι υπόλοιποι περιείχαν από τρείς έως εικοσιοκτώ ταφές, που ανήκαν σε γυναίκες, άνδρες και παιδιά, χωρίς την ύπαρξη κάποιου διαχωρισμού βάσει του φύλου ή της ηλικίας. Οι πρωταρχικές ταφές συνήθως γίνονταν είτε σε λάκκους είτε επί του δαπέδου. Σε κάθε λάκκο απετίθετο ένας μόνον νεκρός, συνήθως σε έντονα συνεσταλμένη στάση και ακολουθώντας τον προσανατολισμό ολόκληρου του μνημείου. Οι ανακομιδές τοποθετούνταν και πάλι είτε σε λάκκους ή οι παλαιότερες ταφές παραμερίζονταν στην περιφέρεια του θαλάμου σχηματίζοντας σωρούς, χωρίς να λαμβάνεται οποιαδήποτε πρόνοια ή να επιδεικνύεται κάποια μορφή σεβασμού για τους προγενέστερους ενταφιασμούς. Τα μεγάλα αγγεία πιθανόν να καλύπτονταν με κάποιο είδος υφάσματος, προφανώς για να προστατευθεί το περιεχόμενό τους .Κάθε ταφικό μνημείο μάλλον ανήκε σε μία οικογένεια ή γένος και τον ίδιο σκοπό εξυπηρετούσαν και οι διπλοί θάλαμοι. Όταν δηλαδή ο κύριος θάλαμος ήταν πλήρης ταφών, η ιδιοκτήτρια οικογένεια κατασκεύαζε στο οπίσθιο τοίχωμα έναν άλλο, προκειμένου να ενταφιάσει τα υπόλοιπα μέλη της.
Σε μία περίπτωση μπροστά στον τάφο είχε τοποθετηθεί μεγάλος κρατήρας, σε ειδικά διαμορφωμένη εσοχή, έχοντας ρόλο σήματος.
Πολύτιμες πληροφορίες για τα έθιμα ταφής μας παρέχουν επτά όστρακα κρατήρα από τον δρόμο του θαλαμωτού τάφου 5. Εικονίζουν μία παράσταση πρόθεσης , η οποία τόσο θεματολογικά όσο και τεχνοτροπικά συνδέεται με τις δημοφιλείς αντίστοιχες παραστάσεις γεωμετρικών χρόνων. Ο νεκρός ετοποθετείτο πάνω σε ένα είδος κλίνης – φορείου, οι δε συγγενείς, παρουσία και των κατοικιδίων ζώων της οικογένειας, θρηνούσαν την απώλεια του προσφιλούς προσώπου.
Ανδρώνι
Το δημοτικό διαμέρισμα Αντρώνι βρίσκεται σε απόσταση 45 χιλ. από τον Πύργο και 60 χιλ. από την Πάτρα, σε υψόμετρο 616 μέτρα . Είναι χτισμένο στο οροπέδιο «Φολόη» ( ονομάστηκε έτσι γιατί εκεί ζούσε ο Κένταυρος Φόλος) πάνω σε μεγάλες απότομες χαράδρες, τις οποίες διασχίζουν από τη μια το Παλιοπόταμο με τα ρυάκια και τα πολλά πλατάνια, και από την άλλη ο Πηνιακός Λάδωνας. Εκεί σχηματίζεται το φαράγγι γύρω από το Αντρώνι, που χαρακτηρίζεται ως οικότοπος μεγάλης ιστορικής και οικολογικής αξίας. Oι κάτοικοι του Αντρωνίου προέρχονται κυρίως από την αρχαία πόλη Λασιών, όπου μετακινήθηκαν μετά την καταστροφή της στην θέση που είναι τώρα, καθώς και από κυνηγημένους Έλληνες αγωνιστές, από Φράγκους, Βυζαντινούς και Τούρκους κατακτητές. Η σημερινή του θέσηεπιλέχθηκε γιατί εκεί ήταν ένα φυσικό Οχυρό (Άντρο) του αρχαίου Λασιώνα από όπου πήρε και το όνομά του. Χτίστηκε ανάμεσα σε δύο απότομες δασώδεις χαράδρες με τρεις δύσκολες διαβάσεις και πολλές σπηλιές γύρω (του Κουταλιανού, τουΣτούπα , του Κλαπανάρη, κ.α.) . Ο χρόνος ίδρυσης του Αντρωνίου δεν είναι γνωστός. Ωστόσο υπάρχουν στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι υπήρχε πριν το 1.200 μ.Χ. Στην διάρκεια της πρώτης περιόδου από το 1204 έως το 1460 είναι υποταγμένο στα δύο ανταγωνιστικά κρατίδια του Φράγκικου Πριγκιπάτου και του Βυζαντινού Δεσποτάτου. Η δεύτερη φάση αρχίζει με την Οθωμανική κυριαρχία το 1460 που ονομάζουμε πρώτη Τουρκοκρατία και τελειώνει το1685. Στην απογραφή που έκαναν το 1462 οι Τούρκοι μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου κατέγραψαν στο χωριό 12 ενήλικες ,όπου οι περισσότεροι κάτοικοι δεν επεγράφησαν. Το Αντρώνι έγινε ευρύτερα γνωστό για τις μάχες που έδωσε με τους θηριώδεις Τουρκαλβανούς του Λάλα. Στην τριακονταετή κατοχή από τους Ενετούς (1685-1715) και συγκεκριμένα στην απογραφή (GRIMANI) το 1.700 μ.Χ. αναφέρεται με λατινικά στοιχεία «ANDRONI» με πληθυσμό 60 κατοίκους: 13 οικογένειες, 17 άντρες, 19 γυναίκες, 6 αγόρια και 18 κορίτσια έως δεκάξι χρόνων.
Κακοτάρι
Σε απόσταση 4 km από τον Πανόπουλο έδρα του δήμου Λασιώνος και την ΕΟ 111 που συνδέει την Πάτρα με την Τρίπολη, βρίσκεται το Κακοτάρι (τα Ντινέικα). Η έκταση του Δ.Δ. είναι 13,6 στρέμματα.
Πρώην όνομα Βερβινή ή Δερβινή Η Κρυόβρυση (παλαιότερη ονομασία Βερβινή και απο παραφθορά πιο γνωστή σαν Δερβινή είναι χωριό του Νομού Ηλείας.
Κρυόβρυση Ηλείας Νομός Ηλείας Δήμος Λασσιώνος Πληθυσμός 600 (2001) Υψόμετρο 1,000 m Πρώην όνομα Βερβινή ή Δερβινή
Η Κρυόβρυση (παλαιότερη ονομασία Βερβινή και εκ παραφθοράς Δερβινή ) είναι χωριό του Νομού Ηλείας. Πρώην ανεξάρτητη κοινότητα, σήμερα αποτελεί δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Λασσιώνος[1]. Βρίσκεται στο όρος Ερύμανθος και είναι το πιο ορεινό χωριό του Νομού Ηλείας σε υψόμετρο 1.000 μέτρων. Η Κρυόβρυση είναι κτισμένη μέσα σε έλατα,περιτριγυρισμένη από τους δύο ορεινούς όγκους του Ερύμανθου και της Λάμπειας. Πολύ κοντά υπάρχουν μεγάλες κοιλότητες με μόνιμο χιόνι (παγετώνες) και σπήλαια. Συνδέεται οδικώς με τα Τριπόταμα και με τη Δροσιά Αχαΐας. Το χειμώνα το χωριό αποκλείεται από τα χιόνια.
Το σημείο που βρίσκεται είναι το μοναδικό ορεινό του νομού Ηλείας και συνορέυει με τον νομό Αχαΐας. Σε μικρή απόσταση βρίσκονται διάσπαρτα συντρίμια απο αεροπλάνα αφού στην περιοχή το 1940 έγινε αερομαχία. Επίσης στο χωριό πηγάζει ο ποταμός Ερύμανθος που δίπλα του βρίσκεται η Δρακότρυπα ή Διακότρυπα[2]. Σήμερα έχει λίγους μόνιμους κατοίκους που σύμφωνα με την απογραφή του 2001 έφθαναν τους 600. Το 1840, η Κρυόβυση αναφέρθηκε σε κατάλογο σαν δημοτικό διαμέρισμα του τότε Δήμου Λάμπειας [3].
Κατά την μυθολογία,η Αφροδίτη "πέτρωσε" τον Ερύμανθο επειδή την είδε να κάνει μπάνιο με τον Άδωνη.Ο [[Απόλλωνας για να εκδικηθεί μεταμορφώθηκε σε αγριογούρουνο και σκότωσε τον Άδωνη,εκεί σκότωσε ο Ηρακλής τον Ερυμάνθιο κάπρο.Ο Ερύμανθος εμφανίζεται την εποχή του τελευταίου κατακλυσμού να οργανώνει κοινωνίες ανθρώπων και να διδάσκει τον Αρκάδα υφαντουργία .Γνωστοί απόγονοι του ο Ζάκυνθος και ο Δάρδανος.Ο πρώτος ήταν ο οικιστής της νήσου Ζακύνθου και ο δεύτερος ίδρυσε την Τροία και τα Δαρδανέλια, σταθμός του ήταν και η Σαμοθράκη όπου υπάρχουν πινακίδες Καβήριων μυστηρίων με το όνομα Δάρδανος.[4].
Τσίπιανα
Τα Τσίπιανα ανήκαν μέχρι του 1912 στο Δήμο Λαμπείας (6' Τάξης) και το 1889 είχαν πληθυσμό 427 κατοίκους, το 1928443, το 1961 437,333 το 1971 και 365το 1981. Έχουν έκταση 25 τ. χιλ., μέσοσταθμικό υψόμετρο1.000 μ. στους πρόποδες του όρους Ερύμανθου και των Λαμπειαίων ορέων. Το έδαφός τους είναι ορεινό και καλύπτεται: 2.000 στρέμματα από καλλιεργούμενες εκτάσεις, 15.200 στρέμματα από βοσκότοπους, 7.300 στρέμματα από δασώδεις εκτάσεις και 600 στρέμματα από σπίτια, δρόμους, βράχια, νερά Κ.ά.
Η περιοχή των Τσιπιάνων έχει χαρακτηριστεί ως σπηλαιογενής λόγω των πολλών σπηλαίων και βαραθροσπηλαίων της. Περίφημο είναι το θέατρο - σπήλαιον Άγιος Μαρκιανός ή κατά παραφθορά Αμαρκιανός που διερεύνησε η σπηλαιολόγος Άννα Πετροχείλου τον Σεπτέμβριο του 1971. Το σπήλαιον είναι ηλικίας 500.000 ετών περίπου, έχει διαστάσεις 80Χ50 μέτρα, ύψος 15 μέτρα, με αψιδωτό θόλο. Σταλακτίτες επί επαλλήλων σειρών προσδίδουν μίαν ιδιαίτερη εικόνα στο σπήλαιο το οποίο πιθανότατα χρησιμοποιήθηκε ως τόπος λατρείας κατά τους προχριστιανικούς και πρωτοχριστιανικούς χρόνους. Ο φυσικός χώρος προσφέρεται για θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες κ.λπ.
Η Μυθολογία είναι στενά συνδεδεμένη με τα ανωτέρω σπήλαια, με τους Κενταύρους της Φολόης τους οποί¬ους εξόντωσε ο Ηρακλής και με τον Ερυμάνθιο Κάπρο.
Η περιοχή παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον από πλευράς αρχαιολογικής σημασίας καταλοίπων του παρελθόντος. Ατυχώς όμως παραμένει αναξιοποίητος λόγω ελλείψεως οδικού δικτύου. Πρώτος την επισκέφθηκε το1830 ο Γάλλος αρχαιολόγος Πεϊτιέ και αργότερα ο Γερμανός αρχαιολόγος Κούρτιος. Δυτικά του χωριού σε υψόμετρο 1500 περίπου μέτρων, υψώνεται παρά την αριστερή όχθη του ποταμού Πηνειού, ο λόφος Λιθαράκι επί του οποίου ευρέθησαν από αρχαιολόγου ς θραύσματα αγγείων (όστρακα) προϊστορικών χρόνων, τα οποία ανήκουν σε δοχεία οικιακής χρήσης των αρχών της 2ης χιλιετηρίδας Π.Χ. καθώς και πυρήνες πυριτόλιθου από τον οποίον κατασκευάζονταν εργαλεία και όπλα. Οι ενδείξεις αυτές πείθουν περί της ύπαρξης συνοικισμού προϊστορικών χρόνων επί του εν λόγω λόφου. Άλλωστε και η σημαίνουσα γεωγραφική θέση τούτου παρά τον ρουν του ποταμού Πηνειού σε σημείο ελέγxoυ της διεξόδου της ορεινής Αχαϊας προς το οροπέδιο της Φολόης, συνηγορεί υπέρ μιας τέτοιας εγκατάστασης.
Από γεωλογική άποψη η περιοχή πιθανότατα εμφανίσθηκε κατά την πρώτη περίοδο του κενοζωϊκού αιώνα, όπως δείχνουν τα άφθονα θαλάσσια όστρακα. Στην περιοχή την πρώτη θέση κατέχει ο τιτανόλιθος, σε ορισμένα μέρη ο πώρινος λίθος, ελάχιστα δε στις όχθες του Πηνειού υπάρχουν κροκαλοπαγή πετρώματα. Χαμηλότερα, παρά την όχθη του ποταμού, στη θέση «Λουτρό», σώζεται τμήμα τοίχου μεγάλου αρχαίου κτηρίου. Στη θέση αυτή ανακαλύφθηκε τυχαίως μία αρχαία νεκρόπολη με κιβωτιόσχημους τάφους. Στη δεξιά όχθη του Πηνειού, έναντι του υψώματος «Λιθαράκια», στο ύψωμα «Παληοχώρι», σώζονται τα τμήματα τοίχων που ανήκουν σε οχυρωματικούς περιβόλους και σε κτήρια ιστορικών χρόνων.
Στις 10-10-1971 επισκέφθηκε την περιοχή η Έφορος αρχαιοτήτων Αρχαίας Ολυμπίας Δώρα Καράγιωργα με συνεργείο αρχαιολόγων, Με αυτοψία διαπιστώθηκε η ύπαρξη προϊστορικών, ιστορικών, κλασικών, ελληνιστικών, βυζαντινών και μεσαιωνικών συνοικισμών. Διαπιστώσεις έκανε, μετά από επίσκεψή του στην περιοχή στις 23 Ιουνίου 1974 και ο διευθυντής της γερμανικής αρχαιολογικής υπηρεσίας και διευθυντής των ανασκαφών αρχαίας Ολυμπίας, αρχαιολόγος Αλφρέδος Μάλβιτς.
Στην περιοχή έχει βρεθεί - και ατυχώς θραυσθεί από τους κατοίκους - πιθάρι αρκετά μεγάλο με αποτεφρωμένα οστά, απόδειξη της καύσης των νεκρών της προϊστορικής εποχής. Δύο «νεκροπόλεις» μεγάλων διαστάσεων έφεραν στο φως το άροτρο και η γεωργική σκαπάνη. Μία Α. του Πηνειού ποταμού στην τοποθεσία Λουτρό και η άλλη Δ. του παραπάνω ποταμού στην τοποθεσία Άγιος Νικόλαος. Οι τάφοι είναι κιβωτιόσχημοι.
Τείχη, πιθανόν κυκλώπεια, υπάρχουν στην κορυφή του όρους Μισοβούνι, που όμως κανείς από τους αρχαιολόγους δεν επισκέφθηκε λόγω του απροσίτου του εδάφους. Επίσης, κυκλώπεια τείχη υπάρχουν και στην τοποθεσία Παλαιοχώριο. Στην άκρη του χωριού υπάρχει σήμερα τρισχιλιετής άγρια δρυς (πουρνάρι), κατά τους ειδικούς, που φέρει το όνομα «πετρίτης» και που ήταν παλαιότερα εκκλησία του Αποστόλου Πέτρου.
Δυστυχώς, επειδή δεν έχει διασωθεί το σχετικό χωρίο του Παυσανία, δεν είναι δυνατό να προσδιορίσουμε τους συνοικισμούς της περιοχής και που βρίσκονταν οι 4 ονομαστές πόλεις της Ακρωρείας (ορεινής Ήλιδος), Ευπάγιο, Άλιο, Θραυστό και Οπούντα. Ο ακριβής προσδιορισμός θα γίνει μετά από ανασκαψές σε κάθε χώρο ξεχωριστά.
Στρατηγική σημασία ελέγχου του ρου του ποταμού Πηνειού έχει και το ύψωμα του Κάστρου στη θέση Διπόταμα, όπου τα σωζόμενα ερείπια είναι Μεσαιωνικά και αναφέρονται από τη λαϊκή παράδοση ως το «Κάστρο της Ωρηάς» ή «Κάστρο της Οχιάς». Στην κορυφή σώζεται ο βόρειος γωνιαίος πύργος και πλησίον του ερείπια καμαροσκεπούς κτηρίου με πύλη προς τα βορειοανατολικά. Ερείπια οικιών διακρίνονται στη δυτική πλευρά του Κάστρου προς το μέ¬ρος του Σκιαδοβουνίου. Η αρχαιολόγος Καράγιωργα αξιολόγησε τη μεσαιωνική πόλη του Κάστρου της Ωρηάς να έχει κτιστεί στα ερείπια προγενέστερης πόλης. Στην εν λόγω θέση υπάρχουν πάνω από 1.000 οικήματα, πολλά από τα οποία έχουν ύψος 2 μέτρων και άνω. Αν λάβουμε υπ' όψιν μας την καταγραφή των φρουρίων του Μοριά από τον Στέφανο Mάγγvo, το 1467, όπου αναφέρεται στο Κάστρο των σιπιάνων με την ένδειξη R/OVΝΑΝDΙ /ZIRIANA δηλ. ερειπωμένο Κάστρο Τσιπιάνων, θα πρέπει το κάστρο να είναι προγενέστερης εποχής, δηλ. βυζαντινής, Κατάλοιπα τούτου είναι ερείπια 24 εκκλησιών που φέρουν ονόματα Ορθοδόξων αγίων.
Κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας η περιοχή Τσιπιάνων πλήρωνε φόρους υποτέλειας στους Τουρκαλβανούς του Λάλα και του Κακοταρίου, Τα Τσίπιανα συμμετείχαν στη Μεγάλη Ελληνική Επανάσταση του 1821 στην οποία διακρίθηκαν οι:
Γεώργιος Ροδόπουλος του Ρόδη στον οποίο απονεμήθηκε από το ελεύθερο Ελληνικό Κράτος στις 25 Απριλίου 1844, αργυρούν αριστείον για τις υπέρ της ανεξαρτησίας εκδουλεύσεις του. Ο ανωτέρω σύστησε δικότου στρατιωτικό σώμα με τριάντα στρατιώτες τους οποίους μισθοδοτούσε με δικά του χρήματα, Πολέμησε κάτω από τις διαταγές διαφόρων Οπλαρχηγών σε πολλές μάχες (Πούσι, Πατρών, Αθηνών και σε όλη την Ηλεία) (Αρχείο Αγωνιστών 1821 - Εθνική Βιβλιοθήκη).
Χρυσανθάκης Κουρμπάκης Αυτός έχων υπό τις οδηγίες του είκοσι στρατιώτες, έλαβε μέρος στις μάχες της Πολίτζας, Πούσι, Πατρών, Μεσολογγίου, Αθήνας και κατά του Ιμπραήμ στην Ηλεία. Έδειξε παραδειγματική γενναιότητα κατά τον Αγώνα και πολλές φορές διακιν¬δύνευσε (Αρχείο Αγωνιστών 1821 - Εθνική Βιβλιοθήκη).
Θεόδωρος Ντίνος Έλαβε μέρος στις μάχες Πουσίου, Πατρών και σ' όλες στην Ηλεία. Διακρίθηκε ως άρι¬στος στρατιώτης (Αρχείο Αγωνιστών 1821 - Εθνική Βιβλιοθήκη) .