Παυσανία - Ηλιακά Εκτύπωση E-mail

ΠΑΥΣΑΝΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΕΡΙΗΓΗΣΙΣ

Βιβλίο V (Ἠλιακῶν Α´)


Κεφ. 1. Αὐτόχθονες καὶ ἐπήλυδες στὴν Πελοπόννησο· ποιὲς φυλὲς κατοίκησαν στὰ διάφορα τμήματά της. Μυθικὴ ἱστορία τῆς Ἤλιδας. Ἀέθλιος. Ὁ Ἐνδυμίων καὶ οἱ γιοί του Παίων, Ἐπειὸς καὶ Αἰτωλὸς καὶ ἡ κόρη του Εὐρυκύδα. Ἡ κόρη τοῦ Ἐπειοῦ Ὑρμίνα. Οἰνόμαος καὶ Πέλοψ. Ὁ γιὸς τῆς Εὐρυκύδας Ἠλεῖος. Αὐγέας καὶ Ἡρακλῆς. Φυλεύς. Ὁ θεσσαλικῆς καταγωγῆς Ἀμαρυγκεὺς καὶ οἱ γιοὶ τοῦ Ἄκτορα.

Παυσανίας[…Ὅσοι ἕλληνες λένε πὼς ἡ Πελοπόννησος ἀποτελεῖται ἀπὸ πέντε μέρη, κι ὄχι περισσότερα, δέχονται κατ’ ἀνάγκην πὼς ἡ Ἀρκαδία κατοικεῖται ἀπὸ ἠλείους καὶ ἀρκάδες, ἕνα ἄλλο μέρος ἀνήκει στοὺς ἀχαιοὺς καὶ τὰ ὑπόλοιπα τρία στοὺς δωριεῖς. Ἀπὸ τὶς φυλὲς ποὺ κατοικοῦν τὴν Πελοπόννησο οἱ ἀρκάδες καὶ οἱ ἀχαιοὶ εἶναι αὐτόχθονες, οἱ δωριεῖς ἔβγαλαν τοὺς ἀχαιοὺς ἀπὸ τὴ χώρα τους, οἱ ἀχαιοὶ ὅμως δὲν ἐγκατέλειψαν τὴν Πελοπόν¬νησο, ἀλλὰ ἔδιωξαν τοὺς ἴωνες καὶ ἐγκαταστάθηκαν στὴ χώρα ποὺ πρὶν λεγόταν Αἰγι¬αλὸς καὶ τώρα πῆρε τὸ ὄνομά της ἀπὸ τοὺς ἀχαιοὺς αὐτοὺς (Ἀχαΐα). Οἱ ἀρκάδες κατοικοῦν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἕως τώρα τὴ χώρα τους. Ἡ ὑπόλοιπη Πελοπόννησος κατοικεῖται ἀπὸ ἐπήλυδες: οἱ σημερινοὶ κορίνθιοι εἶναι οἱ νεώτεροι ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς Πελοποννήσου, γιατὶ ἀφότου πῆραν τὴ γῆ τους ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα μέχρι τῶν ἡμερῶν μου πέρα¬σαν διακόσια δεκαεφτὰ μόνο χρόνια. Οἱ δρύοπες ἦρθαν στὴν Πελοπόννησο ἀπὸ τὸν Παρνασσὸ καὶ οἱ δωριεῖς ἀπὸ τὴν Οἴτη.
Οἱ ἠλεῖοι ξέρομε πὼς πέρασαν στὴν Πελοπόννησο ἀπὸ τὴν Καλυδώνα καὶ τὴν ὑπόλοιπη Αἰτωλία. Τὴν ἀρχαιότερη ἱστορία τους τὴν εὕρισκα κάπως ἔτσι: λένε πὼς βασί¬λεψε πρῶτα σ’ αὐτὴ τὴ χώρα (τὴν Ἤλιν) ὁ Ἀέθλιος, γιὸς τοῦ Δία καὶ τῆς Πρωτογένειας, κόρης τοῦ Δευκαλίωνα. Γιὸς τοῦ Ἀέθλιου ἦταν ὁ Ἐνδυμίωνας. Τὸν Ἐνδυμίωνα αὐτὸν λένε πὼς τὸν ἀγάπησε ἡ Σελήνη καὶ πὼς ἀπὸ τὴ θεὰ ὁ Ἐνδυμίωνας ἀπόχτησε πενήντα θυγατέρες. Ἄλλοι, κάπως πιὸ εὔλογα, λένε πὼς ὁ Ἐνδυμίωνας πῆρε σύζυγο τὴν Ἀστεροδία, ἄλλοι τὴ Χρομία, κόρη τοῦ Ἰτώνου, γιοῦ τοῦ Ἀμφικτύονα, ἄλλοι τὴν Ὑπερίππη, κόρη τοῦ Ἀρκάδα, ὅλοι ὅμως συμφωνοῦν πὼς ἀπόχτησε γιοὺς τὸν Παίονα, τὸν Ἐπειὸ καὶ τὸν Αἰτωλὸ καὶ κόρη τὴν Εὐρυκύδα. Ὁ Ἐνδυμίωνας προκήρυξε ἀγώνα δρόμου στὴν Ὀλυμπία μεταξὺ τῶν γιῶν του γιὰ τὸ θρόνο καὶ νίκησε ὁ Ἐπειός, ὁ ὁποῖος πῆρε τὴ βασιλεία· τότε πρώτη φορὰ οἱ ὑπήκοοί του ὀνομάστηκαν ἐπειοί. Λένε πὼς ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς του ὁ Αἰτωλὸς ἔμεινε στὴν πατρίδα, ὁ Παίονας ὅμως, στενοχωρημένος γιὰ τὴν ἥττα, ἔφυγε ὅσο μποροῦσε πιὸ μακριὰ καὶ ἀπ’ αὐτὸν πῆρε τὸ ὄνομα Παιονία ἡ πέραν τοῦ Ἀξιοῦ ποταμοῦ περιοχή. Σχετικὰ μὲ τὸ θάνατο τοῦ Ἐνδυμίωνα δὲν συμφωνοῦν οἱ κάτοι¬κοι τῆς παρὰ τὴ Μίλητο Ἡράκλειας μὲ τοὺς ἠλείους: οἱ ἠλεῖοι δείχνουν τάφο τοῦ Ἐνδυ¬μίωνα, ἐνῶ οἱ ἡρακλεῶτες λένε πὼς ὁ Ἐνδυμίωνας ἀποχώρησε στὸ ὄρος Λάτμος, ὅπου τὸν τιμοῦν, καὶ ὑπάρχει στὸ Λάτμο ἱερὸ ἄδυτο τοῦ Ἐνδυμίωνα. Ὁ Ἐπειὸς νυμφεύτηκε τὴν Ἀναξιρρόη, κόρη τοῦ Κορώνου, καὶ εἶχε ἀπ’ αὐτὴ θυγατέρα τὴν Ὑρμίνα, δὲν ἀπό¬χτησε ὅμως ἀρσενικὸ παιδί. Ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Ἐπειοῦ συνέβησαν καὶ τὰ ἑξῆς: Ὁ Οἰνόμαος, ὁ γιὸς τοῦ Ἀλξίωνα — ἢ τοῦ Ἄρη κατὰ τὰ ἐγκωμιαστικὰ ἔργα τῶν ποιητῶν καὶ τὶς λαϊκὲς παραδόσεις — ἡγεμόνευε στὴ λεγόμενη Πισαία, ἀλλὰ στερήθηκε τῆς ἀρχῆς του ἀπὸ τὸ λυδὸ Πέλοπα, ὁ ὁποῖος ἦρθε στὴν Πελοπόννησο ἀπὸ τὴν Ἀσία. Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Οἰνόμαου ὁ Πέλοπας κράτησε τὴν Πισαία καὶ Ὀλυμπία, ἀποσπώντας τες ἀπὸ τὴ χώρα τοῦ Ἐπειοῦ ποὺ ἦταν γειτονικὴ στὴν Πισαία. Οἱ ἠλεῖοι ἔλεγαν πὼς πρῶτος ὁ Πέλοπας ἵδρυσε στὴν Πελοπόννησο ναὸ τοῦ Ἑρμῆ καὶ ἔκαμε σ’ αὐτὸν θυσία γιὰ ν’ ἀποτρέψει τὴν ὀργὴ τοῦ θεοῦ γιὰ τὸ θάνατο τοῦ Μυρτίλου.
Ὁ Αἰτωλὸς ποὺ ἔγινε βασιλιὰς μετὰ τὸν Ἐπειὸ συνέπεσε νὰ ἐξοριστεῖ ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο, γιατὶ τὸν εἶχαν καταδικάσει οἱ γιοὶ τοῦ Ἄπι γιὰ ἀκούσιο φόνο· δηλαδὴ ὁ Αἰτωλὸς κατὰ τοὺς ἀγῶνες πρὸς τιμὴν τοῦ Ἀζάνα εἶχε παρασύρει μὲ τὸ ἅρμα του καὶ εἶχε σκοτώσει τὸν Ἄπι, τὸ γιὸ τοῦ Ἰάσονα ἀπὸ τὸ Παλλάντιο τῆς Ἀρκαδίας. Ὁ Αἰτωλός, ὁ γιὸς τοῦ Ἐνδυμίωνα, κατέφυγε στὴν περὶ τὸν Ἀχελῶο χώρα καὶ ἀπ’ αὐτὸν πῆραν τὸ ὄνομά τους οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς αὐτῆς. Στὴ χώρα τῶν ἐπειῶν τὴν ἐξουσία τὴν πῆρε ὁ γιὸς τῆς Εὐρυκύδας, τῆς κόρης τοῦ Ἐνδυμίωνα, Ἠλεῖος, τοῦ ὁποίου πατέρας ἦταν (γιὰ ὅσους τὰ πιστεύουν αὐτά) ὁ Ποσειδώνας. Οἱ κάτοικοι ἔχουν μετονομασθεῖ τώρα, ἀντὶ ἐπειῶν, ἠλεῖοι, ἀπὸ τὸν Ἠλεῖο.
Ὁ Ἠλεῖος εἶχε γιὸ τὸν Αὐγέα. Ὅσοι θέλουν νὰ παρουσιάσουν τὸν Αὐγέα ὡς πιὸ σπουδαῖο, παραποιώντας τὸ ὄνομα τοῦ Ἠλείου, λένε πὼς ὁ Αὐγέας ἦταν γιὸς τοῦ Ἡλίου.
Ὁ Αὐγέας αὐτὸς εἶχε τόσα γελάδια καὶ κοπάδια κατσικιῶν, ὥστε καὶ τῆς χώρας του τὸ μεγαλύτερο μέρος εἶχε ἀρχίσει νὰ μένει ἀκαλλιέργητο, ἐξαιτίας τῆς κοπριᾶς τῶν ζώων του. Κατάφερε λοιπὸν τὸν Ἡρακλῆ προσφέροντάς του εἴτε ἕνα τμῆμα τῆς Ἤλιδας εἴτε ἄλλη ἀμοιβὴ νὰ τοῦ καθαρίσει τὴ χώρα ἀπὸ τὴν κοπριά. Ὁ Ἡρακλῆς ἔφερε σὲ πέρας καὶ τὸ ἔργο αὐτὸ γυρίζοντας τὸ ρεῦμα τοῦ ποταμοῦ Μηνίου μέσα στὴν κοπριά. Ὁ Αὐγέας ὅμως, ἐπειδὴ ὁ Ἡρακλῆς δὲν κοπίασε, ἀλλὰ μᾶλλον μὲ τὴν ἐξυπνάδα του τελείωσε τὴ δουλειὰ αὐτή, ἔκρινε πὼς δὲν ἀξίζει νὰ δώσει στὸν Ἡρακλῆ τὴν ἀμοιβή, ἀλλὰ καὶ ἐξόρισε τὸν μεγαλύτερο ἀπὸ τοὺς γιούς του, τὸ Φυλέα, ὁ ὁποῖος τοῦ ἐναντιώθηκε λέγοντας πὼς δὲν φέρνεται δίκαια πρὸς ἕνα εὐεργέτη του. Ἔπειτα ὁ ἴδιος ἄρχισε νὰ ἑτοιμάζεται ν’ ἀποκρούσει τὸν Ἡρακλῆ, ἂν ἐκστρατέψει κατὰ τῆς Ἤλιδας, ἐνῶ παράλληλα ἔκαμε φίλους του τοὺς γιοὺς τοῦ Ἄκτορα καὶ τὸν Ἀμαρυγκέα. Ὁ Ἀμαρυγκέας ἦταν γενναῖος πολεμιστής· ὁ πατέρας του Πυττίος κατάγονταν ἀπὸ τὴ Θεσσαλία καὶ ἀπὸ ἐκεῖ εἶχε ἔρθει στὴν Ἠλεία. Τὸν Ἀμαρυγκέα λοιπὸν ὁ Αὐγέας τὸν ἔκαμε συμμέτοχο τῆς ἐξουσίας στὴν Ἠλεία. Ὁ Ἄκτορας καὶ οἱ γιοί του ἦταν ντόπιοι καὶ ἦταν καὶ αὐτοὶ συμμέτοχοι στὴ βασιλικὴ ἐξουσία, γιατὶ ὁ Ἄκτορας εἶχε πατέρα τὸ Φόρβαντα, τὸ γιὸ τοῦ Λαπίθη, καὶ μητέρα τὴν Ὑρμίνα, τὴν κόρη τοῦ Ἐπειοῦ. Ὁ Ἄκτορας ἵδρυσε στὴν Ἠλεία μιὰ πόλη, στὴν ὁποία ἔδωσε τὸ ὄνομα τῆς μητέρας του Ὑρμίνας..].

Κεφ. 7. Ὁ Ἀλφειὸς μὲ τὸ ἄφθονο νερὸ καὶ οἱ παραπόταμοί του. Ἡ παράδοση γιὰ τὸν ἐπώνυμο τοῦ ποταμοῦ, ἥρωα Ἀλφειὸ καὶ τὴν ἐπώνυμη τῆς πηγῆς νύμφη Ἀρέθουσα. Νερὰ διαφόρων ποταμῶν καὶ λιμνῶν μὲ περίεργες ἰδιότητες. Ὁ Κρόνος, ὁ Δίας καὶ οἱ ἰδαῖοι Δάκτυλοι στὴν Ὀλυμπία. Ἡ ἀρχὴ τῶν ὀλυμπιακῶν ἀγώνων. Ἀπὸ τοὺς ὑπερβόρειους (τὸ λαὸ ποὺ ζεῖ εὐτυχὴς πέρα ἀπὸ τὸ βόρειο ἄνεμο) ὁ Ἡρακλῆς ἔφερε στὴν Ὀλυμπία τὸν κότινο. Συμμετοχὴ θεῶν στοὺς ἀγῶνες· ὀλυμπιακὲς νίκες τοῦ Ἀπόλλωνα.


Καθὼς φτάνει κανεὶς στὴν Ὀλυμπία, συναντᾶ πρῶτα τὸν Ἀλφειό, τοῦ ὁποίου ἡ θέα εἶναι εὐχάριστη γιὰ τὸ ἄφθονο νερό, τὸ ὀφειλόμενο στοὺς παραποτάμους του, ἀπὸ τοὺς ὁποίους οἱ ἀξιολογώτεροι εἶναι ἑφτά: ὁ Ἐλισσώνας ποὺ περνάει ἀπὸ τὴ Μεγαλόπολη καὶ χάνεται στὸν Ἀλφειό, ἐπίσης ὁ Βρενθεάτης ποὺ ἔρχεται κι αὐτὸς ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῶν μεγαλοπολιτῶν, ὁ Γορτύνιος ποὺ περνάει κοντὰ στὴ Γόρτυνα, ὅπου εἶναι ἱερὸ τοῦ Ἀσκληπιοῦ, ἀπὸ τὶς Μελαινεὲς (ἀνάμεσα στὴ χώρα τῆς Μεγαλόπολης καὶ τῆς Ἡραίας) ὁ Βουφάγος, ἀπὸ τὴ γῆ τῶν κλειτορίων ὁ Λάδωνας, καὶ ἀπὸ τὸ βουνὸ Ἐρύμανθος τὸ ὁμώνυμο ποτάμι. Ὅλα αὐτὰ τὰ ποτάμια κατεβαίνουν στὸν Ἀλφειὸ ἀπὸ τὴν Ἀρκαδία. Ὁ Κλάδεος ποὺ χύνεται κι αὐτὸς στὸν Ἀλφειὸ ἔρχεται ἀπὸ τὴν Ἠλεία. Τοῦ ἴδιου τοῦ Ἀλφειοῦ οἱ πηγὲς βρίσκονται στὴν Ἀρκαδία κι ὄχι στὴν Ἠλεία. Σχετικὰ μὲ τὸν Ἀλφειὸ ὑπάρχει καὶ μία τέτοια παράδοση, πὼς ἦταν ἕνας ἄντρας κυνηγὸς καὶ πὼς ἀγάπησε τὴν Ἀρέθουσα ποὺ ἦταν κι αὐτὴ κυνηγός. Ἡ Ἀρέθουσα ὅμως δὲν ἤθελε νὰ παντρευτεῖ καὶ πέρασε στὸ νησὶ Ὀρτυγία, ἀντίκρι στὶς Συρακοῦσες, ὅπου ἀπὸ ἄνθρωπος ἔγινε πηγή. Ὁ Ἀλφειός, κυριευμένος ἀπὸ τὸν ἔρωτα, ἔγινε κι αὐτὸς ποταμός. Αὐτὰ λέγονται γιὰ τὸν Ἀλφειὸ ποὺ πῆγε στὴν Ὀρτυγία. Τὸ ὅτι ὁ Ἀλφειὸς πηγαίνει μέσα ἀπὸ τὴ θάλασσα καὶ ἑνώνει στὴν Ὀρτυγία τὰ νερά του μὲ τὰ νερὰ τῆς πηγῆς δὲν δυσκολεύομαι νὰ τὸ πιστέ¬ψω· ξέρω ἄλλωστε πὼς καὶ ὁ δελφικὸς θεὸς συμφωνεῖ μὲ τὴν παράδοση γιατὶ στέλλοντας τὸν κορίνθιο Ἀρχία νὰ ἀποικίσει τὶς Συρακοῦσες τοῦ εἶπε καὶ τὰ ἑξῆς: «Ὑπάρχει κάποια Ὀρτυγία μέσα στὸν ὀμιχλώδη πόντο, στὴ Θρινακία ἀντίπερα, ὅπου ἀναβρύζει ὁ Ἀλφειὸς καὶ ἑνώνει τὰ νερά του μὲ τὴν πηγὴ τῆς καλλίρροης Ἀρέθουσας». Ἐπειδὴ λοιπὸν τὰ νερὰ τοῦ Ἀλφειοῦ ἑνώνονται μὲ τῆς Ἀρέθουσας, πιστεύω πὼς γι’ αὐτὸ δημι¬ουργήθηκε ἡ παράδοση γιὰ τὸν ἔρωτα τοῦ ποταμοῦ. Ὅσοι ἕλληνες ἢ αἰγύπτιοι ἔχουν πάει στὴν πέρα τῆς Συήνης Αἰθιοπία καὶ στὴν αἰθιοπικὴ πόλη Μερόη λένε πὼς ὁ Νεῖλος μπαίνει σὲ μία λίμνη καὶ περνάει μέσα ἀπ’ αὐτὴ σὰ νὰ ἦταν στεριά, ρέει ἔπειτα διὰ μέσου τῆς κάτω Αἰθιοπίας, μπαίνει στὴν Αἴγυπτο καὶ κατεβαίνει στὴ θάλασσα, στὸ μέρος τῆς (νησίδας) Φάρου. Καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ξέρω στὴ γῆ τῶν ἑβραίων ἕνα ποταμὸ Ἰάρδανο, ὁ ὅποιος διασχίζει τὴ λίμνη Τιβεριάδα καὶ ἔπειτα, μπαίνει σὲ μία ἄλλη λίμνη ὀνομαζόμενη Νεκρὰ θάλασσα, καὶ ἡ λίμνη αὐτὴ τὸν καταπίνει. Μὲ τὴ Νεκρὰ θάλασσα συμβαίνει τὸ ἀντίθετο ἀπὸ ὅ,τι μὲ ὅλα τὰ ἄλλα νερά: ὅ,τι ζωντανὸ βρεθεῖ μέσα μένει στὴν ἐπιφάνεια χωρὶς νὰ κολυμπάει, ἐνῶ τὰ νεκρὰ κατεβαίνουν στὸν πάτο. Ἡ λίμνη αὐτὴ δὲν ἔχει καὶ ψάρια, γιατὶ τὰ ψάρια βλέπουν τὸν κίνδυνο καὶ γυρίζουν πάλι στὰ παλιά τους νερά. Ὑπάρχει καὶ στὴν Ἰωνία ἕνα νερό, μὲ τὸ ὅποιο συμβαίνει ὅ,τι καὶ μὲ τὸν Ἀλφειό· τὸ νερὸ αὐτὸ πηγάζει ἀπὸ τὸ ὄρος Μυκάλη, περνάει τὴ θάλασσα ποὺ παρεμβάλλεται καὶ ξανα¬βγαίνει στοὺς Βραγχίδες, κοντὰ στὸ λιμάνι Πάνορμος. Ἔτσι γίνεται μὲ τὰ νερὰ αὐτά.
Ὡς πρὸς τοὺς ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνες, οἱ ἠλεῖοι ὅσοι καταγίνονται μὲ τὰ πολὺ παλιὰ πράγματα λένε πὼς πρῶτος εἶχε τὴ βασιλεία στὸν οὐρανὸ ὁ Κρόνος καὶ πὼς οἱ τότε ἄνθρωποι ποὺ λέγονταν χρυσὴ γενιὰ εἶχαν χτίσει ναὸ γιὰ τὸν Κρόνο στὴν Ὀλυμπία. Ὅταν γεννήθηκε ὁ Δίας, ἡ Ρέα ἀνάθεσε τὴ φρούρηση τοῦ παιδιοῦ στοὺς ἰδαίους Δακτύλους ποὺ οἱ ἴδιοι λέγονταν καὶ Κουρῆτες καὶ ποὺ εἶχαν ἔρθει ἀπὸ τὴν κρητικὴ Ἴδη, δηλ. στὸν Ἡρακλῆ, τὸν Παιωναῖο, τὸν Ἐπιμήδη, τὸν Ἰάσιο καὶ τὸν Ἴδα. Ὁ Ἡρακλῆς ποὺ ἦταν ὁ μεγαλύτερος στὴν ἡλικία, χάριν παιδιᾶς, ἔβαλε τοὺς ἀδελφούς του νὰ τρέξουν, καὶ τὸ νικητὴ τὸν τίμησε μὲ στεφάνι ἀγριελιᾶς. Τὴν ἀγριελιὰ τὴν εἶχαν τόσο ἄφθονη, ὥστε κοιμῶνταν σὲ φρεσκοκομμένα φυλλώματά της ποὺ τὰ ἔστρωναν κάτω. Ἡ ἀγριελιὰ λένε πὼς μεταφέρθηκε ἀπὸ τὸν Ἡρακλῆ στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὴ γῆ τῶν ὑπερβόρειων ἀνθρώπων, οἱ ὅποιοι κατοικοῦν πέρα ἀπὸ τὴν ἕδρα τοῦ ἀνέμου Βορέα. Ὁ λύκιος Ὠλὴν πρῶτος στὸν ὕμνο του γιὰ τὴν Ἀχαιία ἀνάφερε πὼς αὐτὴ ἦρθε στὴ Δῆλο ἀπὸ τοὺς ὑπερβόρειους ἐκείνους. Ἔπειτα ὁ Μελάνωπος ὁ κυμαῖος στὴν ὠδή του γιὰ τὴν Ὦπι καὶ τὴν Ἑκαέργη ἀνάφερε πὼς κι αὐτὲς ἦρθαν στὴ Δῆλο ἀπὸ τοὺς ὑπερβόρειους ἀκόμα παλαιότερα ἀπὸ τὴν Ἀχαιία. Γιὰ τοὺς ὑπερβόρειους κάνει λόγο κι ὁ Ἀριστέας ὁ προκοννήσιος, ὁ ὅποιος ἴσως εἶχε ἀκούσει γι’ αὐτοὺς περισσότερα ἀπὸ τοὺς ἰσσηδόνες, στοὺς ὁποίους ἀναφέρει στὰ ποιήματά του πὼς πῆγε. Στὸν Ἰδαῖο Ἡρακλῆ λοιπὸν ἀνήκει ἡ δόξα πὼς πρῶτος ὀργάνωσε τοὺς ἀγῶνες καὶ πὼς τοὺς ὀνόμασε Ὀλύμπια. Ὅρισε νὰ γίνουνται κάθε πέμπτο ἔτος, ἐπειδὴ αὐτὸς καὶ οἱ ἀδελφοί του ἦταν πέντε. Λένε μερικοὶ πὼς ἐδῶ πάλαιψε ὁ Δίας μὲ τὸν ἴδιο τὸν Κρόνο γιὰ τὴ βασιλεία καὶ ἄλλοι πὼς καθιέρωσε τοὺς ἀγῶνες, ἐπειδὴ κατέβαλε τὸν Κρόνο. Μεταξὺ τῶν νικητῶν ἀναφέρεται καὶ ὁ Ἀπόλλωνας ποὺ ξεπέρασε σὲ ἀγώνα δρόμου τὸν Ἑρμῆ καὶ νίκησε τὸν Ἄρη σὲ πυγμή. Γι’ αὐτὸ λένε πὼς ἔχει ὁρισθεῖ τὸ πυθικὸ παίξιμο τοῦ αὐλοῦ τὴν ὥρα ποὺ οἱ μετέχοντες στὸ πένταθλο ἀθλητὲς πηδοῦν, ἐπειδὴ τὸ αὔλημα αὐτὸ εἶναι ἱερὸ τοῦ Ἀπόλλωνα καὶ ὁ Ἀπόλλωνας εἶχε κερδήσει ὀλυμ¬πιακὲς vίκες.

Κέφ. 8. Μυθικοὶ ἡγεμόνες ὀργανωτὲς ὀλυμπιακῶν ἀγώνων πρὸ τοῦ 8. αἰ. π.Χ. (Κλύμενος, Ἐνδυμίωνας, Πέλοπας, Ἀμυθάονας, Πελίας καὶ Νηλέας, Αὐγέας, Ἡρακλῆς, Ὄξυλος). Διακοπὴ τῶν ἀγώνων μετὰ τὴ βασιλεία τοῦ Ὀξύλου καὶ ἀναδιοργάνωσή τους ἐπὶ Ἰφίτου. Βαθμιαία εἰσαγωγὴ ἀγωνισμάτων μέχρι τῆς ἑκατοστῆς τεσσαρακοστῆς πέμπτης ὀλυμπιάδας.

Ἀργότερα, πενήντα περίπου χρόνια μετὰ τὸν κατακλυσμὸ ποὺ ἔγινε στὴν Ἑλλάδα ἐπὶ Δευκαλίωνα, λένε πὼς ἦρθε ἀπὸ τὴν Κρήτη ὁ Κλύμενος, γιὸς τοῦ Κάρδυ, ἕνας ἀπόγονος τοῦ ἰδαίου Ἡρακλῆ, ὁ ὁποῖος ἵδρυσε καὶ τοὺς ἀγῶνες στὴν Ὀλυμπία καὶ βωμὸ πρὸς τιμὴν τῶν Κουρήτων, προπάντων τοῦ προγόνου του Ἡρακλῆ, στὸν ὁποῖο ἔδωσε τὸ προσωνύμιο παραστάτης (βοηθός). Ὁ Ἐνδυμίωνας ὅμως, ὁ γιὸς τοῦ Ἀέθλιου, ἀπομάκρυνε τὸν Κλύμενο ἀπὸ τὴν ἐξουσία καὶ προκήρυξε ἀγώνα δρόμου μεταξὺ τῶν γιῶν του στὴν Ὀλυμπία μὲ ἔπαθλο τὴ βασιλεία. Ὁ Πέλοπας κατόπιν, μιὰ γενιὰ περίπου μετὰ τὸν Ἐνδυμίωνα, τέλεσε τοὺς ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνες πρὸς τιμὴν τοῦ ὀλύμπιου Δία ἐπιβλητικώτερα ἀπὸ ὅλους τοὺς προηγούμενούς του. Ὅταν γιοὶ τοῦ Πέλοπα ἀπὸ τὴν Ἤλι σκόρπισαν σ’ ὅλη τὴν ἄλλη Πελοπόννησο, ὁ Ἀμυθάονας ὁ γιὸς τοῦ Κρηθέα, ξάδελφος τοῦ Ἐνδυμίωνα ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τοῦ πατέρα του (γιατὶ λένε πὼς καὶ ὁ Ἀέθλιος ἦταν γιὸς τοῦ Αἰόλου καὶ μόνο τὴ φήμη εἶχε ὡς γιὸς τοῦ Δία) τέλεσε κι αὐτὸς τὰ Ὀλύμπια κ’ ἔπειτα ἀπ’ αὐτὸν ὁ Πελίας καὶ ὁ Νηλέας ἀπὸ κοινοῦ. Τέλεσε ἐπίσης τοὺς ἀγῶνες καὶ ὁ Αὐγέας καὶ ὁ Ἡρακλῆς, ὁ γιὸς τοῦ Ἀμφιτρύωνα, ὅταν κυρίεψε τὴν Ἤλι. Μεταξὺ τῶν νικητῶν ποὺ τοὺς τίμησε μὲ στεφάνι ὁ Ἡρακλῆς εἶναι καὶ ὁ Ἰόλαος, ὁ ὁποῖος ἔτρεξε μὲ τὶς φοράδες τοῦ Ἡρακλῆ, γιατὶ ἀπὸ παλαιὰ εἶχε ἐπικρατήσει νὰ ἐπιτρέπεται νὰ παίρνει κανεὶς μέρος στοὺς ἀγῶνες καὶ μὲ ξένες φοράδες. Ὁ Ὅμηρος λοιπὸν στοὺς ἀγῶνες πρὸς τιμὴν τοῦ Πατρόκλου ἀναφέρει πὼς ἀπὸ τὰ ἄλογα ποὺ χρησιμοποίησε ὁ Μενέλαος τὸ ἕνα ἦταν ἡ Αἴθη τοῦ Ἀγαμέμνονα καὶ τὸ ἄλλο δικό του. Ὁ Ἰόλαος ἦταν ἄλλωστε ἡνίοχος τοῦ Ἡρακλῆ· νίκησε λοιπὸν ὁ Ἰόλαος σὲ ἁρματοδρομία καὶ ὁ Ἰάσιος ἀπὸ τὴν Ἀρκαδία νίκησε μὲ ἄλογο ἱππασίας· ἀπὸ τοὺς γιοὺς τοῦ Τυνδάρεω ὁ Κάστορας νίκησε στὸ δρόμο καὶ ὁ Πολυδεύκης στὴν πυγμή. Καὶ γιὰ τὸν Ἡρακλῆ λένε πὼς κέρδησε νίκες στὴν πάλη καὶ στὸ παγκράτιο. Μετὰ τὴ βασιλεία τοῦ Ὀξύλου, ὁ ὁποῖος ἐπίσης εἶχε τελέσει τοὺς ἀγῶνες, τὰ Ὀλύμπια σταμάτησαν μέχρι τοῦ Ἰφίτου. Ὅταν ὁ Ἴφιτος, ὅπως ἤδη ἀνάφερα, ἀνανέωσε τοὺς ἀγῶνες, ὁ κόσμος εἶχε ξεχάσει τί γίνονταν παλαιότερα, ἀλλὰ μὲ τὸν καιρὸ τὰ θυμοῦνταν, καὶ κάθε φορὰ ποὺ κάτι θυμοῦνταν ἔκαμναν καὶ μία προσθήκη στοὺς ἀγῶνες. Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὰ ἑξῆς: ἀφότου διατηρεῖται συνεχὴς ἡ παράδοση τῶν ὀλυμ¬πιάδων, πρῶτα εἶχε προκηρυχθεῖ ἀγώνας δρόμου καὶ νικητὴς ἀναδείχτηκε ὁ ἤλειος Κόροιβος. Ἀνδριάντας τοῦ Κοροίβου δὲν ὑπάρχει στὴν Ὀλυμπία, ὑπάρχει ὅμως ὁ τάφος του στὰ σύνορα τῆς Ἠλείας. Κατόπιν στὴ δέκατη τέταρτη ὀλυμπιάδα, πρόσθεσαν τὸ δίαυλο (δρόμο διπλοῦ σταδίου). Ὁ πισαῖος Ὕπηνος τιμήθηκε μὲ τὸν κότινο γιὰ νίκη στὸ δίαυλο, καὶ στὴν ἑπόμενη ὀλυμπιάδα ὁ λακεδαιμόνιος Ἄκανθος γιὰ νίκη στὸ δόλιχο (δρόμο ἀντοχῆς). Κατὰ τὴ δέκατη ὄγδοη ὀλυμπιάδα θυμήθηκαν τὸ πένταθλο καὶ τὴν πάλη· στὸ πένταθλο νίκησε ὁ Λάμπις καὶ στὴν πάλη ὁ Εὐρύβατος, λακεδαιμόνιοι κι αὐτοί. Στὴν εἰκοστὴ τρίτη ὀλυμπιάδα ἀποκατάστησαν τὸ ἀγώνισμα τῆς πυγμαχίας καὶ νικητὴς ἀναδείχτηκε ὁ Ὀνόμαστος ἀπὸ τὴ Σμύρνη, ἡ ὁποία ἤδη ἀνῆκε στὴν Ἰωνία. Κατὰ τὴν εἰκοστὴ πέμπτη ὀλυμπιάδα ἀναγνώρισαν τὸ ἀγώνισμα δρόμου τελείων ἵππων (σὲ ἅρματα μὲ τέσσερα ἀλόγα) καὶ νικητὴς ἀναδείχτηκε σὲ ἁρματοδρομία ὁ θηβαῖος Παγώνδας. Κατὰ τὴν ὄγδοη, ὑστέρα ἀπὸ αὐτή, ὀλυμπιάδα εἰσήγαγαν τὰ ἀγωνίσματα τοῦ παγκρατίου ἀνδρῶν καὶ τοῦ ἀλόγου ἱππασίας. Στὸ δεύτερο ἀγώνισμα νίκησε τὸ ἄλογο τοῦ Κραυξίδα ἀπὸ τὸν Κραννώνα (τῆς Θεσσαλίας)· στὸ παγκράτιο ὁ συρακόσιος Λύγδαμις κατέβαλε ὅλους τους ἀνταγωνιστές του. Τάφος τοῦ Λύγδαμι ὑπάρχει κοντὰ στὰ λατομεῖα τῶν Συρακουσῶν. Δὲν ξέρω, ἂν πραγματικὰ ὁ Λύγδαμις αὐτὸς ἦταν τόσο σωματώδης ὅσο ὁ θηβαῖος Ἡρακλῆς, ὅπως λένε οἱ συρακόσιοι. Τὰ ἀγωνίσματα μεταξὺ παιδιῶν δὲν τὰ συναντοῦμε σὲ καμιὰ παλιὰ παράδοση, ἦταν ὅμως ἀρεστὰ στοὺς ἠλείους καὶ τὰ εἰσήγα¬γαν αὐτοί. Στὴν τριακοστὴ ἑβδόμη ὀλυμπιάδα εἰσήγαγαν τὰ ἀγωνίσματα δρόμου καὶ πάλης παιδιῶν καὶ νικητὲς ἀναδείχτηκαν στὴν πάλη ὁ λακεδαιμόνιος Ἰπποσθένης καὶ στὸ δρόμο ὁ ἠλεῖος Πολυνείκης. Στὴν τεσσαρακοστὴ πρώτη ὀλυμπιάδα εἰσήγαγαν τὸ ἀγώνισμα τῆς πυγμῆς γιὰ παιδιὰ καὶ νίκησε ὁ Φιλύτας ἀπὸ τὴ Σύβαρη. Τὸ ἀγώνισμα τοῦ δρόμου ὁπλιτῶν τὸ εἰσήγαγαν κατὰ τὴν ἑξηκοστὴ πέμπτη ὀλυμπιάδα γιὰ τὴν ἐξάσκηση στὰ πολεμικά, ὑποθέτω. Ὅλους ὅσοι ἔτρεξαν μὲ τὶς ἀσπίδες τοὺς ξεπέρασε καὶ ἦρθε πρῶτος ὁ Δαμάρετος ἀπὸ τὴν Ἡραία. Στὴν ἐνενηκοστὴ τρίτη ὀλυμπιάδα πρόσθεσαν τὴ συνωρίδα, δηλ. τὸ ἀγώνισμα μὲ ἅρματα συρόμενα ἀπὸ δυὸ ἄλογα ὥριμα, καὶ νικητὴς ἀναδείχτηκε ὁ ἠλεῖος Εὐαγόρας. Στὴν ἐνενηκοστὴ ἐνάτη ὀλυμπιάδα ἀποφάσισαν νὰ εἰσ¬αγάγουν καὶ τὸ ἀγώνισμα ἁρμάτων συρόμενων ἀπὸ (τέσσερες) πώλους καὶ κέρδησε τὸ στεφάνι τῆς νίκης ὁ λακεδαιμόνιος Συβαριάδης. Ἀργότερα πρόσθεσαν καὶ συνωρίδα πώλων (ἅρμα μὲ δυὸ πώλους), καθὼς καὶ ἀγώνισμα πώλων μὲ ἀναβάτες — νικητὲς λένε πὼς ἀναδείχτηκαν στὴ συνωρίδα μία γυναίκα Βελιστίχη ἀπὸ τὴν παραθαλάσσια Μακε¬δονία, καὶ στὴν ἱππασία μὲ πῶλο ὁ λύκιος Τληπόλεμος· ὁ Τληπόλεμος κατὰ τὴν ἑκατοστὴ τριακοστὴ πρώτη ὀλυμπιάδα καὶ ἡ Βελιστίχη μὲ τὴ συνωρίδα κατὰ τὴν τρίτη προ¬ηγούμενη ὀλυμπιάδα. Κατὰ τὴν ἑκατοστὴ τεσσαρακοστὴ πέμπτη ὀλυμπιάδα, πρόσθεσαν καὶ τὸ ἀγώνισμα τοῦ παγκρατίου μεταξὺ παιδιῶν καὶ ἀναδείχτηκε νικητὴς ὁ αἰολέας Φαίδιμος ἀπὸ τὴν πόλη τῆς Τρωάδας.


Κεφ. 9. Ἀγωνίσματα ποὺ κατὰ καιροὺς εἰσήγαγαν καὶ κατήργησαν οἱ ἠλεῖοι. Μὲ ποιὰ τάξη τελοῦνταν τὰ ἀγωνίσματα στοὺς παλιότερους χρόνους καὶ μὲ ποιὰ ἀργότερα. Ὃ ἀριθμὸς τῶν ἀγωνοθετῶν ἢ ἑλλανοδικῶν στοὺς παλιότερους χρόνους καὶ κατόπιν, μέχρι τῶν ἥμερων τοῦ Παυσανία.


Μερικὰ ὅμως ἀγωνίσματα καταργήθηκαν στὴν Ὀλυμπία, δηλ. οἱ ἠλεῖοι ἀποφάσισαν νὰ μὴν τὰ τελοῦν πιά. Ἔτσι τὸ πένταθλο γιὰ παιδιὰ ποὺ εἶχε εἰσαχθεῖ κατὰ τὴν τριακοστὴ ὄγδοη ὀλυμπιάδα, ἀφοῦ τὸν κότινο τῆς νίκης τὸν πῆρε γιὰ τὸ ἀγώνισμα αὐτὸ ὁ λακεδαιμόνιος Εὐτελίδας, οἱ ἠλεῖοι πῆραν τὴν ἀπόφαση νὰ μὴν ἀγωνίζουνται παιδιὰ στὸ πέντα¬θλο. Τὰ ἀγωνίσματα τοῦ δρόμου ἀπήνης καὶ κάλπης, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὸ ἀγώνισμα τῆς ἀπήνης εἶχε εἰσαχθεῖ κατὰ τὴν ἑβδομηκοστὴ ὀλυμπιάδα, καὶ τῆς κάλπης κατὰ τὴν ἑπόμενη, οἱ ἠλεῖοι κατὰ τὴν ὀγδοηκοστὴ τέταρτη ὀλυμπιάδα διακήρυξαν πὼς στὸ μέλλον δὲν θὰ ὑπάρχει οὔτε κάλπης οὔτε ἀπήνης δρόμος. Ὅταν γιὰ πρώτη φορὰ εἶχαν εἰσαχθεῖ, εἶχε νικήσει ἡ ἀπήνη του θεσσαλοῦ Θερσίου καὶ στὴν κάλπη εἶχε νικήσει ὁ ἀχαιὸς Πάταικος ἀπὸ τὴ Δύμη. Στὸ ἀγώνισμα τῆς κάλπης χρησιμοποιοῦνταν θηλυκὰ ἄλογα, καὶ οἱ ἀναβά¬τες πηδοῦσαν ἀπὸ τὰ ἄλογα κατὰ τὸ τέλος τοῦ δρόμου καὶ ἔτρεχαν μαζὶ μὲ τὰ ἄλογα πιασμένοι ἀπὸ τὰ χαλινάρια, ὅπως συμβαίνει καὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου μὲ τοὺς λεγόμενους «ἀναβάτες». Οἱ ἀναβάτες ὅμως διαφέρουν ἀπὸ τοὺς δρομεῖς τῆς κάλπης καὶ στὰ «ση¬μεῖα» καὶ στὸ ὅτι χρησιμοποιοῦν ἀρσενικὰ ἄλογα. Τὸ ἀγώνισμα τῆς ἀπήνης δὲν ἐπιβάλ¬λονταν ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητά του, ἀλλὰ οὔτε καμιὰ ὀμορφιὰ εἶχε. Ἐπιπλέον ὑπάρχει μία παλιὰ κατάρα ποὺ βαραίνει πάνω στοὺς ἠλείους ἀκόμα καὶ ἂν ἁπλῶς ὑπάρχει στὴ χώρα τους τὸ μουλάρι: ἡ ἀπήνη ἔμοιαζε μὲ τὴ συνωρίδα, σύρονταν ὅμως μὲ μουλάρια ἀντὶ ἀλόγων.
Ἡ τάξη ποὺ ἐπικρατεῖ σήμερα στοὺς ἀγῶνες, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία οἱ πρὸς τιμὴν τοῦ θεοῦ θυσίες γιὰ τοὺς ἀγῶνες πεντάθλου καὶ δρόμου ἀλόγων (ἁρματοδρομιῶν) γίνον¬ται ἀργότερα καὶ προηγοῦνται οἱ θυσίες γιὰ τὰ ἄλλα ἀγωνίσματα, αὐτὴ ἡ τάξη ἐπικρά¬τησε ἀπὸ τῆς ἑβδομηκοστῆς ἕβδομης ὀλυμπιάδας. Προηγουμένως ἔκαμναν τὴν ἴδια μέρα ἀγῶνες ἀνθρώπων καὶ ἀλόγων. Σὲ μία ὁρισμένη περίπτωση (ὕστερα ἀπὸ τὴν ὁποία ἐπικράτησε νέα τάξη) οἱ ἀθλητὲς ποὺ μετεῖχαν στὸ παγκράτιο εἶχαν ἀναγκαστεῖ νὰ παρα¬τείνουν τὸν ἀγώνα ὣς τὴ νύχτα, ἐπειδὴ δὲν εἶχαν κληθεῖ στὸ στίβο στὴν ὥρα τους, καὶ αἰτία γι’ αὐτὸ ἦταν καὶ τὰ ἀγωνίσματα τῶν ἀλόγων, ἀλλὰ ἀκόμα περισσότερο ἡ μακρὰ ἅμιλλα μεταξὺ τῶν ἀνταγωνιστῶν τοῦ πεντάθλου. Αὐτὴ τὴ φορὰ εἶχε νικήσει τοὺς παγ¬κρατιαστὲς ὁ ἀθηναῖος Καλλίας· στὸ μέλλον ὅμως δὲν ἐπρόκειτο νὰ γίνει ἐμπόδιο στὸ παγκράτιο οὔτε τὸ πένταθλο οὔτε οἱ ἱππικοὶ ἀγῶνες.
Οἱ κανονισμοὶ γιὰ τοὺς ἀγωνοθέτες δὲν εἶναι σήμερα οἱ ἴδιοι μὲ ἐκείνους ποὺ ἴσχυαν τὸν καιρὸ ποὺ οἱ ἀγῶνες εἶχαν γιὰ πρώτη φορὰ ὀργανωθεῖ. Ὁ Ἴφιτος διηύθυνε ὁ ἴδιος τὸν ἀγώνα μόνος του, καθὼς καὶ οἱ ἀπὸ Ὀξύλου ἡγεμόνες μετὰ τὸν Ἴφιτο. Κατὰ τὴν πεντηκοστὴ ὀλυμπιάδα ἀνάθεσαν τὴν ὀργάνωση τῶν ἀγώνων σὲ δυὸ ἄντρες ποὺ βγῆκαν μὲ κλῆρο ἀπὸ ὅλους τους ἠλείους καὶ ἀπὸ τότε γιὰ πολὺ καιρὸ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀγωνοθετῶν ἐξακολουθοῦσε νὰ εἶναι δυό. Κατὰ τὴν ἐνενηκοστὴ πέμπτη ὀλυμπιάδα διόρισαν ἐννέα ἑλλανοδίκες· σὲ τρεῖς ἀπ’ αὐτοὺς εἶχε ἀνατεθεῖ ἡ ἐποπτεία τῶν ἀγώνων δρόμου μὲ ἀλόγα, σ’ ἄλλους τρεῖς ἡ ἐποπτεία τοῦ πεντάθλου καὶ στοὺς ἄλλους τρεῖς τῶν ὑπολοίπων ἀγωνι¬σμάτων. Κατὰ τὴ δεύτερη ὀλυμπιάδα μετὰ ἀπὸ αὐτὴ πρόσθεσαν καὶ τὸν δέκατον ἀθλοθέ¬τη. Κατὰ τὴν ἑκατοστὴ τρίτη διορίστηκε ἕνας ἑλλανοδίκης ἀπὸ καθεμιὰ ἀπὸ τὶς δώδεκα φυλὲς τῶν ἠλείων. Ἀργότερα σ’ ἕνα πόλεμο ποὺ εἶχαν μὲ τοὺς ἀρκάδες, ὕστερα ἀπὸ μεγάλη πίεση, ἔχασαν ἕνα μέρος τῆς χώρας τους μὲ τοὺς δήμους (ἀγροτικὲς κοινότητες)…]

Το πλήρες κείμενο σε μορφή pdf 2.20 Mb

 

Δημοσκοπήσεις

Πιστεύετε ότι έχει αποτέλεσμα η προβολή του Νομού μας μέσω του Διαδικτύου;
 

leader-logo

Δείτε οπωσδήποτε

video-ilia

Ολυμπία

News image

Όποιος έζησε κάποτε μια άγρια χειμερινή καταιγίδα με εκτυφλωτικές αστραπές...

>>>

Δάσος Φολόης – Κάπελης

News image

Το μοναδικό, επίπεδο δάσος της Ελλάδας, έκτασης 218.000 στρεμμάτων, αποτελείται...

>>>

Επικούρειος Απόλλων

News image

Την ίδια εποχή με την κατασκευή των οικοδομών στην Ακρόπολη...

>>>

Λίμνη Καϊάφα

News image

Η περιοχή του Καϊάφα και της ομωνύμου Λουτροπόλεως βρίσκεται στα...

>>>

Οι καταρράκτες της Νέδας

News image

Νότια της Αρχαίας Ολυμπίας, στα όρια των νομών Ηλείας...

>>>

spacercreated by Mihanografiki