|
Στις 24 Μαρτίου του 2004, περίπου πριν ένα χρόνο, εγκαινιάστηκαν στην Ολυμπία, ανοίγοντας τις πύλες τους στο κοινό, τρία νέα Μουσεία, καθώς και το Αρχαιολογικό Μουσείο της Ηλιδας, της πρωτεύουσας του κράτους των Ηλείων και διοργανώτριας πόλης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αρχαιότητας. Η τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα το 2004, υπήρξε η κινητήρια δύναμη για την έναρξη ενός τιτάνιου έργου στην Ολυμπία, το οποίο συμπεριλάμβανε την ανάδειξη του Αρχαιολογικού χώρου, την, αξιοποίηση και διαμόρφωση του περιβάλλοντος του καθώς και την ανακαίνιση-επανέκθεση και επανίδρυση των Μουσείων της. Τα τέσσερα χρόνια που μεσολάβησαν από την αναγγελία της τέλεσης των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα, έως την μέρα της Αφής της Ολυμπιακής Φλόγας, στις 25 Μαρτίου 2004, η Ολυμπία έζησε σε έναν πυρετό δράσης, τόσο σε επίπεδο σχεδιασμού και προγραμματισμού των έργων αρχικά, όσο και σε επίπεδο υλοποίησης τους στην τελική φάση.
Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας
Το σημαντικότερο και μεγαλύτερο όλων των προγραμματισμένων έργων υπήρξε η επανέκθεση του Αρχαιολογικού Μουσείου, με τα φημισμένα και λαμπρά έργα της αρχαίας τέχνης, που φιλοξενούνταν στις αίθουσες του, όπως η τεράστια συλλογή χάλκινων αναθημάτων γεωμετρικών και κλασικών χρόνων, οι περίφημες γλυπτικές συνθέσεις των αετωμάτων του ναού του Διός, η Νίκη του Παιωνίου και φυσικά ο Ερμής του Πραξιτέλη. Το έργο περιελάμβανε επίσης την επισκευή και αποκατάσταση του κτιρίου, τον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων του καθώς και την εσωτερική αναδιάρθρωση των χώρων του, χωρίς να επέλθει αλλοίωση της αρχικής αρχιτεκτονικής μορφής του.
Το κτίριο
Το Μουσείο κτίστηκε στη δεκαετία 1960-70, σύμφωνα με την αρχιτεκτονική μελέτη του Πάτροκλου Καραντινού, στον οποίο οφείλονται οι μελέτες και άλλων Μουσείων που κτίστηκαν τότε στην Ελλάδα και αντιπροσωπεύουν τις αρχιτεκτονικές τάσεις της εποχής τους. Πρόκεται για το δεύτερο, το "Νέο" Μουσείο της Ολυμπίας, η ανέγερση του οποίου υπήρξε επιτακτική, αφού το "Παλαιό" Μουσείο της Ολυμπίας, το λεγόμενο "Σύγγρειο" του 1885, παρουσίαζε σοβαρές βλάβες λόγω των σεισμών που το είχαν πλήξει επανειλημμένα. Αλλωστε και η ραγδαία αύξηση των ευρημάτων, από τις συνεχιζόμενες ανασκαφές του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στο χώρο, επέβαλε την ίδρυση ενός νέου μεγαλύτερου Μουσείου για να τα φιλοξενήσει. Τα εγκαίνια του Μουσείου με την πλήρη έκθεση των θησαυρών του έγιναν το 1982 από την τότε Υπουργό Πολιτισμού, αείμνηστη Μελίνα Μερκούρη. Μόνο η έκθεση του αγάλματος της Νίκης του Παιωνίου στην αίθουσα του, πραγματοποιήθηκε αργότερα, το 1994. Το κτίριο αποτελείται από ένα μεγάλο ορθογώνιο περιστύλιο αίθριο, περιβαλλόμενο με στοές και από τον εκθεσιακό χώρο συνολικού εμβαδού περίπου 3500 τ.μ. Στην ανατολική πτέρυγα, που ήταν ανεξάρτητη του εκθεσιακού πυρήνα, στεγάζονταν τα γραφεία της Εφορείας, η χαλκοθήκη, οι υπόγειες αποθήκες αρχαίων και τα εργαστήρια συντήρησης. Με τον τρόπο αυτό, στον ίδιο ενιαίο χώρο συγκεντρώνονταν και αλληλοσυμπληρώνονταν όλες οι λειτουργίες του Μουσείου, ώστε αυτό να αποτελεί έναν αυτοτελή και αυτόνομο οργανισμό. Σήμερα στην ανατολική πτέρυγα, εκτός από τις αποθήκες και τη χαλκοθήκη φιλοξενούνται κοινόχρηστοι χώροι εξυπηρέτησης των επισκεπτών, αναψυκτήριο και πωλητήριο ενώ τα γραφεία της Εφορείας και τα εργαστήρια συντήρησης μεταφέρθηκαν σε άλλα κτίρια, εκτός Μουσείου.
Η έκθεση των αρχαίων
Η πρώτη επανέκθεση των αρχαίων στο Μουσείο αυτό, έγινε από τον τότε Εφορο και κατόπιν Γενικό Επιθεωρητή Αρχαιοτήτων Νικόλαο Γιαλούρη, με ένα επιτελείο αξιόλογων αρχαιολόγων και τεχνικών , ενώ την επιμέλεια του στησίματος των γλυπτών είχε ο αείμνηστος γλύπτης Στέλιος Τριάντης. Εξαιρετική υπήρξε η θεματική και χρονολογική οργάνωση αυτής της πρώτης έκθεσης και καθόλα άρτια σύμφωνα με τις απαιτήσεις της εποχής. Όμως κατά την τελευταία δεκαετία, οι ραγδαίες εξελίξεις στον τομέα της σύγχρονης μουσειολογίας, καθώς και στον τομέα συντήρησης και προβολής γενικότερα της πολιτιστικής κληρονομιάς επέβαλαν την ανανέωση της έκθεσης και την προσαρμογή της στις σύγχρονες αντιλήψεις και απαιτήσεις, ώστε τα μοναδικού ενδιαφέροντος εκθέματα να παρουσιαστούν με νέο τρόπο, περισσότερο προσιτό και ευκολότερα αναγνώσιμο από τους επισκέπτες. Η ταυτόχρονη ίδρυση του Μουσείου της Ιστορίας των Ολυμπιακών Αγώνων της Αρχαιότητας, επέτρεψε την αφιέρωση ολόκληρης της έκθεσης αποκλειστικά και μόνο στο λαμπρό Ιερό του Διός στην Ολυμπία και στα εξαιρετικά ευρήματα που υπήρξαν έκφραση λατρείας από χιλιάδες πιστούς στον μέγιστο των θεών για περισσότερο από δέκα αιώνες, χωρίς διακοπή. Η νέα έκθεση, ακολουθώντας σε γενικές γραμμές τις αρχές και τη φιλοσοφία της προηγούμενης, αναπτύσσεται στις δώδεκα αίθουσες του Μουσείου χρονολογικά και θεματικά, αρχίζοντας από τις πρώτες μαρτυρίες χρήσης του χώρου στους Προϊστορικούς χρόνους και τη γένεση των αρχέγονων λατρειών έως την καταστροφή και εξαφάνιση του Ιερού στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες. Στόχος μας υπήρξε, μέσα από την αλληλουχία των χρονολογικών φάσεων της λειτουργίας του Ιερού, να γίνεται κατανοητή στον επισκέπτη η παράλληλη εξέλιξη της αρχαίας τέχνης σε όλες της τις εκφάνσεις. Η προετοιμασία της επανέκθεσης, ξεκίνησε ήδη το 2000 με την πλήρη καταγραφή, φωτογράφηση, βιβλιογραφική τεκμηρίωση και κατάταξη των αρχαίων σε εκθεσιακές ενότητες. Στη συνέχεια ακολούθησε η εκπόνηση του εκθεσιακού-μουσειογραφικού προγράμματος. Δύο χρόνια αργότερα, το 2002, οι χώροι του Μουσείου εκκενώθηκαν πλήρως από τα αρχαία, τα οποία συσκευάστηκαν και μεταφέρθηκαν σε ασφαλή και κλιματιζόμενα κοντέϊνερς, στο άμεσο περιβάλλον του Μουσείου. Μόνο το άγαλμα της Νίκης του Παιωνίου και τα γλυπτά των αετωμάτων του ναού του Διός παρέμειναν στη θέση τους, προστατευμένα με ειδικές ξυλοκατασκευές, ενώ το άγαλμα του Ερμή του Πραξιτέλη μετακινήθηκε από την αίθουσα του και φιλοξενήθηκε στην αίθουσα της Νίκης, σε μια ιδιαίτερα επίπονη επιχείρηση, που απαιτούσε λεπτούς χειρισμούς.
Η οργάνωση της έκθεσης
Οι θαυμάσιες νέες προθήκες του Μουσείου, σχεδιάστηκαν από τον αρχιτέκτονα κ. Α. Καλλιγά, ο οποίος, λαμβάνοντας υπόψη το εκθεσιακό πρόγραμμα, αλλά και έχοντας πλήρη γνώση του προς έκθεσιν αρχαίου υλικού είχε ως στόχο την πλήρη ενσωμάτωση των προθηκών στις αίθουσες με τέτοιο τρόπο ώστε να μην αποτελούν ξένο στοιχείο που να αποσπά την προσοχή των επισκεπτών σε βάρος των αρχαίων. Στο εσωτερικό των προθηκών τοποθετήθηκαν σύντομα αλλά περιεκτικά κείμενα που δίνουν πληροφορίες για την αντίστοιχη εκθεσιακή ενότητα και συχνά συμπληρώνονται με σχεδιαστικές αναπαραστάσεις όσων αρχαίων έργων τυχαίνει να είναι δυσδιάκριτα λόγω κακής ή αποσπασματικής τους διατήρησης. Οι τρίγλωσσες λεζάντες επίσης σύντομες, περιορίζονται στα άκρως απαραίτητα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τα αντικείμενα με στόχο ώστε η πληροφόρηση να είναι συμπληρωματική της εικόνας του αρχαίου και όχι να το υποκαθιστά. Τα γενικά επιτοίχια κείμενα που τοποθετήθηκαν σε κάθε αίθουσα και συχνά έχουν τη μορφή μεγάλων πανώ, εισάγουν τον επισκέπτη στην αντίστοιχη θεματική ενότητα, δίνοντας την απαραίτητη πληροφόρηση για τα ιστορικά, κοινωνικοπολιτικά και αρχαιολογικά δεδομένα που διαμορφώνουν αντίστοιχα την τέχνη της κάθε εποχής. Ο εσωτερικός φωτισμός των προθηκών, τα αντιανακλαστικά κρύσταλλα και ο διακριτικός εσωτερικός και εξωτερικός τους χρωματισμός συνέβαλαν στην εξαιρετικά επιτυχημένη παρουσίαση και προβολή των εκθεμάτων.
Εκθεσιακό υλικό
Στη νέα επανέκθεση του Μουσείου δεν υπήρξε ουσιαστική μεταβολή του αριθμού των αρχαίων εκθεμάτων, εκτός ορισμένων ενοτήτων, όπως στην Προϊστορική αίθουσα και στην τελευταία αίθουσα της παρακμής του Ιερού, όπου υπήρξε προσθήκη αντικειμένων που εκτίθενται για πρώτη φορά. Μετά την είσοδο στον ευρύχωρο προθάλαμο, όπου υπάρχει η μακέτα του αρχαιολογικού χώρου, εισέρχεται κανείς από τα αριστερά στην πρώτη αίθουσα 1, που αποτελεί ουσιαστικά την εισαγωγή στη μακραίωνη ιστορία του Ιερού, αφού αναφέρεται στην πρώτη κατοίκηση του χώρου ήδη από την τελική Νεολιθική εποχή (4300 π.Χ. περίπου). Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στον Προϊστορικό τύμβο του Πελοπίου όπου φαίνεται να ασκήθηκε η πρωταρχική λατρεία κάποιας γυναικείας θεότητας της γονιμότητας στην ΠΕ II και III εποχή (2700-2000 π.Χ.). Το πλούσιο πληροφοριακό υλικό των προθηκών, καθώς και το πρόπλασμα του τύμβου στο κέντρο της αίθουσας συμβάλλουν ουσιαστικά ώστε να αποκτήσει ο επισκέπτης μιαν ολοκληρωμένη εικόνα της Προϊστορίας του ιερού. Στην ίδια αίθουσα εκτίθενται ευρήματα από μυκηναϊκούς θαλαμωτούς τάφους που βρέθηκαν στην περιοχή του Μουσείου και μαρτυρούν κατοίκηση του χώρου στους μυκηναϊκούς χρόνους (1600-1050 π.Χ.), αν και δεν έχει εντοπιστεί ακόμη ο αντίστοιχος οικισμός της εποχής αυτής. Τα χάλκινα ασσυριακά σφυρήλατα ελάσματα του 8ου αι. π.Χ., που καταλαμβάνουν τρεις από τις προθήκες της ίδιας αίθουσας, εισάγουν στην επόμενη εκθεσιακή ενότητα, όπου εκτίθεται ένα μέρος μόνο της πλούσιας χαλκοθήκης του μουσείου, που αποτελεί τη μεγαλύτερη συλλογή χάλκινων αρχαίων αντικειμένων στον κόσμο. Στις προθήκες της αίθουσας 2, παρουσιάζονται με εντυπωσιακό τρόπο τα πολυπληθή, μοναδικής τέχνης, χάλκινα αφιερώματα των πιστών στο Ιερό, από τους Πρωτογεωμετρικούς και Γεωμετρικούς χρόνους (10ος-8ος αι. π.Χ.) έως και την αρχαϊκή εποχή (7ος-6ος αι. π.Χ.). Στην ίδια αίθουσα φιλοξενείται ένα μικρό μόνο μέρος του αμυντικού οπλισμού (κράνη, ασπίδες, κνημίδες, θώρακες), που ως λάφυρα πολέμου, υπήρξαν αναθήματα των πιστών στον κατεξοχήν πολεμικό θεό, τον Δία. Η τελευταία ενότητα στην ίδια αίθουσα είναι αφιερωμένη στο Ηραίο, το πρώτο μνημειακό οικοδόμημα στο Ιερό, που κτίστηκε το 600 π.Χ. Πήλινα και χάλκινα ευρήματα της ύστερης αρχαϊκής εποχής εκτίθενται στην επόμενη αίθουσα 3, στον ανατολικό τοίχο της οποίας, σε μια μοντέρνα μεταλλική κατασκευή γίνεται αντιπροσωπευτική έκθεση μερικών από τα αξιολογότερα πήλινα αρχιτεκτονικά μέλη διαφόρων μνημείων του Ιερού, αρχαϊκών και κλασικών χρόνων, που φέρουν πλούσια γραπτή διακόσμηση. Από τα πλέον εντυπωσιακά εκθέματα της επόμενης αίθουσας 4, που είναι αφιερωμένη στους κλασικούς χρόνους της λειτουργίας του Ιερού, είναι τα έργα της μεγάλης πηλοπλαστικής, με εξέχον το περίφημο σύμπλεγμα του Δία με τον Γανυμήδη, των αρχών του 5ου αι. π.Χ. Μεγάλης ιστορικής σημασίας είναι το χάλκινο κράνος του Μιλτιάδη, που εκτίθεται στην ίδια αίθουσα και σύμφωνα με την επιγραφή του το αφιέρωσε ο ίδιος στον Δία μετά τη νικηφόρα μάχη του Μαραθώνα. Η κεντρική αίθουσα 5 του Μουσείου, με τις περίφημες γλυπτικές αυστηρορυθμικές συνθέσεις των αετωμάτων του ναού του Διός, χωρίς καμμία αλλαγή στον τρόπο της έκθεσης των αγαλμάτων, έγινε επιβλητικότερη, χάρις στη βελτίωση του φυσικού φωτισμού και στην προσθήκη του πολύ επιτυχημένου τεχνητού φωτισμού. Εντυπωσιακά αποτελέσματα είχε και ο τεχνητός φωτισμός του αγάλματος της Νίκης του Παιωνίου στην αίθουσα 6. Μια νέα αίθουσα 7, προστίθεται στο Μουσείο, αφιερωμένη στο μεγάλο γλύπτη Φειδία και στο δημιούργημα του, το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Διός, ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου, που το φιλοτέχνησε στο εργαστήριο του στην Ολυμπία γύρω στο 430 π.Χ. Στη νέα πολύ μεγαλύτερη αίθουσα 8 του Ερμή του Πραξιτέλη, βρήκε και πάλι τη θέση του το περίφημο άγαλμα, πάνω σε μία νέα πρωτοποριακή αντισεισμική βάση, που επιτρέπει τη μέγιστη δυνατή προστασία του από τους συχνούς σεισμούς που πλήττουν την περιοχή. Αλλά και ο νέος φωτισμός της αίθουσας, τόσο από τα υαλοστάσια της οροφής, όσο και από τους ειδικούς προβολείς, αναδεικνύει όλο το κάλλος του γλυπτού και την θαυμάσια στίλβωση της επιδερμίδας του. Οι τρεις αίθουσες που ακολουθούν, 9, 10, 11 δημιουργήθηκαν από το διαχωρισμό σε τρία μέρη της αρχικής αχανούς αίθουσας των ρωμαϊκών χρόνων που κατελάμβανε σχεδόν όλη την ανατολική πλευρά του Μουσείου. Η αίθουσα 9, φιλοξενεί ευρήματα των υστεροκλασικών και ελληνιστικών χρόνων από το Φιλιππείο, το Λεωνιδαίο και τη στοά της Ηχούς, απεικονίσεις των οποίων υπάρχουν τόσο στο εσωτερικό των προθηκών, όσο και στα μεγάλα πανώ των τοίχων της αίθουσας, που περιέχουν τα πληροφοριακά κείμενα της ενότητας αυτής. Στην αίθουσα 10 εκτίθενται τα ρωμαϊκά αγάλματα από την εξέδρα του Ηρώδη του Αττικού, τοποθετημένα μπροστά σε ελαφρώς καμπύλο τοίχο ώστε να παραπέμπει στην αρχική διάταξη των αγαλμάτων των οίκων του Ηρώδη και των Αντωνίνων στο Νυμφαίο. Στην αίθουσα 11 φιλοξενούνται ρωμαϊκά αγάλματα από τα σύνολα που βρέθηκαν στο Μητρώο και το Ηραίο, που στη ρωμαϊκή εποχή είχαν μετατραπεί σε χώρο λατρείας των Ρωμαίων Αυτοκρατόρων και σε Μουσείο αντίστοιχα. Η τελευταία αίθουσα, η οποία πρώτα ήταν αφιερωμένη στους Ολυμπιακούς αγώνες, περιέχει ευρήματα από τα τελευταία χρόνια της ζωής του Ιερού, έως την καταστροφή και την εγκατάλειψη του τον 4ο αι. μ.Χ. Εδώ για πρώτη φορά εκτίθεται ένα σύνολο ωραίων γυάλινων ταφικών αγγείων από το νεκροταφείο του Φραγκονησίου, όπου θάπτονταν αξιωματούχοι και αθλητές της Ολυμπίας, από τον 2ο έως τον 4ο αι. μ.Χ. Η έκθεση κλείνει με μια μεγάλη γκραβούρα που απεικονίζει το χώρο του Ιερού, καλυμμένο από τις προσχώσεις των δύο ποταμών του Αλφειού και του Κλαδέου σε πλήρη εγκατάλειψη. Με τη νέα του μορφή το κτίριο του Μουσείου μετατρέπεται σε ένα ζωντανό οργανισμό, με χώρους εξυπηρέτησης των επισκεπτών και αναψυκτήριο στην ανατολική του πτέρυγα για ανάπαυση μετά τη μακρά περιήγηση στις εκθεσιακές αίθουσες. Στο πλαίσιο της ένταξης του Μουσείου στη σύγχρονη ζωή, γεγονός το οποίο θα πρέπει να αποτελεί συνεχή στόχο μας, πραγματοποιήθηκε στο αίθριο του, κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων 2004, έκθεση μοντέρνας γλυπτικής με έργα δύο σύγχρονων καταξιωμένων γλυπτών της κ. Αγγελικής Κοροβέση και του κ. Αριστείδη Πατσόγλου. Τα έργα που εκτέθηκαν είχαν σχέση με τα αγωνίσματα και το αθλητικό πνεύμα και έγιναν με ενθουσιασμό αποδεκτά από τις χιλιάδες των επισκεπτών του Μουσείου.
Μουσείο της ιστορίας των Ολυμπιακών Αγώνων της αρχαιότητας
Το γεγονός της τέλεσης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στη γενέτειρα χώρα τους, δημιούργησε την αναγκαιότητα της ίδρυσης ενός Μουσείου στην κοιτίδα τους, την Ολυμπία. Ο πλέον ιδεώδης χώρος για τη φιλοξενία της έκθεσης υπήρξε το θαυμάσιο κτίριο του "Παλαιού" Μουσείου, το οποίο ανακατασκευάστηκε πλήρως και με τρόπο υποδειγματικό, ανακτώντας την παλιά μεγαλοπρέπεια και επιβλητικότητα του. Το Μουσείο, το πρώτο που ιδρύθηκε πλησίον αρχαιολογικού χώρου για να φιλοξενήσει τα ευρήματα του, κτίστηκε το 1885-1888 σύμφωνα με την αρχιτεκτονική μελέτη των δύο Γερμανών ανασκαφέων της Ολυμπίας, Dorpfeld και Αdler, με δωρεά του μεγάλου εθνικού ευεργέτη Ανδρέα Συγγρού. Στους χώρους του φιλοξενήθηκαν τα πρώτα σημαντικά ευρήματα των ανασκαφών του Ιερού, όπως ο Ερμής του Πραξιτέλη και η Νίκη του Παιωνίου, ενώ κατά μήκος των μακρών πλευρών της κεντρικής αίθουσας εκτέθηκαν με υποδειγματικό τρόπο οι γλυπτικές συνθέσεις των αετωμάτων του ναού του Διός. Μετά την εγκατάλειψη του Μουσείου στη θέση των γλυπτών τοποθετήθηκαν τα εκμαγεία τους. Στόχος της νέας έκθεσης στο Μουσείο υπήρξε η προβολή του Ολυμπιακού ιδεώδους μέσω των εκθεμάτων, με σύγχρονο τρόπο, που να πληροφορεί τον επισκέπτη και ταυτόχρονα να τον εκπαιδεύει εισάγοντας τον στο ιστορικό και ιδεολογικό υπόβαθρο του μέγιστου αθλητικού και θρησκευτικού γεγονότος του αρχαίου κόσμου, που ήταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, το εκθεσιακό υλικό, αποτελούμενο από 463 τέχνεργα προερχόμενα όχι μόνο από την Ολυμπία, αλλά και από διάφορα άλλα Μουσεία της ελληνικής επικράτειας, διαχωρίστηκε σε θεματικές ενότητες που καλύπτουν τους αγώνες από την απαρχή και το μυθολογικό τους υπόβαθρο έως το απόγειο της δόξας τους. Στον επιβλητικό προθάλαμο έχουν τοποθετηθεί οι μαρμάρινες προτομές των δύο μεγάλων Γερμανών επιστημόνων, Ε. Kunze και W. Dorpfeld, που αφιέρωσαν τη ζωή τους στην Ολυμπία, καθώς και τέσσερα προπλάσματα με τις κυριότερες χρονολογικές φάσεις εξέλιξης του Ιερού της Ολυμπίας, από τους πρώιμους αρχαϊκούς έως τους υστερορωμαϊκούς χρόνους. Η πρώτη αίθουσα 1, περιλαμβάνει την ενότητα που αναφέρεται στην Προϊστορία της άθλησης με έργα από τη Μινωική Κρήτη και τη Μυκηναϊκή Ελλάδα, με παραδείγματα των πρώτων αθλοπαιδιών. Η επόμενη ενότητα της αίθουσας 2 αφορά στην απαρχή των αγώνων και στον μυθικό ιδρυτή των Ολυμπιακών Αγώνων, τον Ηρακλή. Στην οργάνωση των Αγώνων είναι αφιερωμένη η αίθουσα 3, με την έκθεση λίθινων και χάλκινων επιγραφών που αναφέρονται στους νόμους και τους κανόνες τους. Στις αίθουσες 4 και 4α αναπτύσσεται η ενότητα της προετοιμασίας των αθλητών, με την παρουσίαση ερυθρόμορφων παραστάσεων σε αγγεία με σκηνές γυμνασίου και παλαίστρας, καθώς και χαρακτηριστικών αντικειμένων που σχετίζονται με την άθληση, όπως στλεγγίδες, αρύβαλλοι ή αλάβαστρα κ.λπ. Ξεχωριστή ενότητα αφιερωμένη στις γυναίκες και την άθληση υπάρχει στην επόμενη αίθουσα 5, ενώ στη διπλανή της, την αίθουσα 7 παρουσιάζεται υλικό σχετικό με την προσωποποίηση της Νίκης και τους νικητές. Στην αίθουσα 8, των επάθλων-αναθημάτων, το εντυπωσιακό ψηφιδωτό που είναι σύγχρονο αντίγραφο ρωμαϊκού μωσαϊκού από την Πάτρα προβάλλεται μοναδικά κάτω από το κρυστάλλινο δάπεδο του χώρου. Οι αίθουσες 9-10 είναι αφιερωμένες στους θεατές που κατέκλυζαν την Ολυμπία κατά τη διάρκεια των αγώνων, καθώς και στους τελευταίους αιώνες ζωής του πανελλήνιου αθλητικού κέντρου της αρχαιότητας. Στις τρεις τελευταίες αίθουσες (11-13) παρουσιάζονται οι άλλοι Πανελλήνιοι αγώνες, τα Πύθια, τα Νεμέα, τα Ισθμια και τα Παναθήναια, με την έκθεση αρχαίων χαρακτηριστικών έργων που παραχωρήθηκαν από τα αντίστοιχα Μουσεία. Η μεγαλόπρεπη κεντρική αίθουσα του Μουσείου, με τη θαυμάσια ξυλόγλυπτη οροφή, και τα υπερώα με τα περίτεχνα σιδερένια κιγκλιδώματα, φιλοξενεί την κύρια ενότητα της έκθεσης που αφορά στο πρόγραμμα των Αγώνων, στους αγώνες παίδων και στο πένταθλο. Οι ενότητες αναπτύσσονται σε οικίσκους που καταλαμβάνουν τις τέσσερις γωνίες της αίθουσας, ενώ στις κεντρικές προθήκες παρουσιάζονται οι ιππικοί αγώνες, οι αρματοδρομίες, η πυγμή, η πάλη και το παγκράτιο. Το υλικό είναι ποικίλο: αγάλματα αθλητών, αγγεία, λίθινες ενεπίγραφες βάσεις αγαλμάτων, χάλκινοι δίσκοι, αλτήρες, αιχμές ακοντίων κ.λπ. Ο παιδευτικός χαρακτήρας του Μουσείου αυτού, που φιλοδοξεί να αποδώσει με πληρότητα το θέμα των Ολυμπιακών Αγώνων, αναμένεται να ολοκληρωθεί με την εγκατάσταση ψηφιακών προγραμμάτων στο υπόγειο του, που έχει διαμορφωθεί κατάλληλα για το σκοπό αυτό.
Το Μουσείο της ιστορίας των ανασκαφών της Ολυμπίας
Η μακρά ιστορία των ανασκαφών τις Ολυμπίας, που ξεκίνησε από το 1875 και συνεχίζεται έως σήμερα συμπληρώνοντας σχεδόν 130 χρόνια διαρκούς έρευνας, δεν ήταν δυνατό να απουσιάζει, δεδομένου μάλιστα ότι οι ανασκαφές της Ολυμπίας είναι από τις σπουδαιότερες και παλαιότερες που πραγματοποιήθηκαν στον ελλαδικό χώρο. Ιδανικό για την έκθεση της ιστορίας των ανασκαφών θεωρήθηκε το μικρό οίκημα, παραπλεύρως του Μουσείου της ιστορίας των Ολυμπιακών Αγώνων, όπου διέμεναν επί σειράν ετών οι έλληνες αρχαιολόγοι και οι Έφοροι που υπηρέτησαν κατά καιρούς στην Ολυμπία. Το Μουσείο αποτελείται μόνο από ένα προθάλαμο και ένα ενιαίο εκθεσιακό χώρο που δημιουργήθηκε από την ενοποίηση των τριών δωματίων της κατοικίας. Οι προθήκες της δεξιάς πλευράς της αίθουσας είναι επίτοιχες ενώ της αριστερής τραπεζοειδείς, τοποθετημένες κάτω από τα παράθυρα, ώστε να μην αλλοιώνεται η εσωτερική μορφή του κτιρίου. Για τον ίδιο λόγο άλλωστε διατηρήθηκε και το τζάκι στο βάθος της αίθουσας. Στον προθάλαμο, που είναι χώρος υποδοχής των επισκεπτών, υπάρχει η πρώτη, παλιά, μακέτα του Αρχαιολογικού χώρου και έντυπο πληροφοριακό υλικό. Στην κυρίως αίθουσα, η έκθεση αναπτύσσεται χρονολογικά από τα δεξιά στον εισερχόμενο, όπου υπάρχει επιτοίχια πινακίδα με τον εντοπισμό της Αλτεως και αναφορά στις πρώτες ανασκαφικές έρευνες στο ναό του Διός από την γαλλική αποστολή το 1827. Οι επόμενες ενότητες παρουσιάζουν χρονολογικά τις ανασκαφικές περιόδους των γερμανικών ερευνών, με τα μνημεία όπως αποκαλύπτονταν σταδιακά στον χώρο του Ιερού. Στους τοίχους έχουν αναρτηθεί οι γενικές πινακίδες που αναφέρονται σε κάθε ενότητα, ενώ μέσα στις προθήκες εκτίθενται έγγραφα, φωτογραφίες σχέδια, γκραβούρες και βιογραφικά στοιχεία των ανασκαφέων. Μια ολόκληρη ενότητα είναι αφιερωμένη στους Ελληνες αρχαιολόγους, που εργάστηκαν στην Ολυμπία παράλληλα με τους Γερμανούς συναδέλφους τους. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους επισκέπτες παρουσιάζουν οι δυο προθήκες που παρουσιάζουν τα εργαλεία και τον εξοπλισμό των αρχαιολόγων κατά τις ανασκαφές.
Τελειώνοντας, θεωρώ υποχρέωση μου να επισημάνω ότι το τεράστιο αυτό έργο δεν θα ερχόταν σε πέρας χωρίς τη σκληρή, νυχθημερόν, εργασία της ομάδας των εκτάκτων αρχαιολόγων της Εφορείας που με ενθουσιασμό έδωσαν τη ψυχή τους για την επιτυχία των στόχων μας. Από τη θέση αυτή, θα ήθελα για μια ακόμη φορά να τους ευχαριστήσω θερμά όλους. Πολλές ευχαριστίες οφείλονται και στους συντηρητές αρχαιοτήτων όλων των ειδικοτήτων, που έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους για την άρτια παρουσίαση των εκθεμάτων, καθώς και στις δεκάδες των εργαζομένων, επιφανών και αφανών, που εργάστηκαν με πυρετώδεις ρυθμούς στην Ολυμπία για να επιτευχθούν τα αποτελέσματα για τα οποία σήμερα είμαστε όλοι περήφανοι. Ευχαριστώ όλους!
Δρ. Ξένη Αραπογιάννη
|