| Η λάμια και το παιδί |
|
|
|
Κάποτε στο δάσος της Κάπελης μεταξύ Αγνάντων (Σινούζι) και Αγίου Ιωάννου πίσω από τα Φουσέϊκα ήταν ένας χοιροβοσκός που είχε τα γουρούνια του στο δάσος και βοσκούσαν τρώγοντας ρίζες και βελανίδια. Επειδή την εποχή εκείνη η ζωοκλοπή ανθούσε εξαιρετικά, ο χοιροβοσκός είχε φτιάξει ένα πρόχειρο κατάλυμα με ξύλα και κλαδιά από τα δένδρα και με πτέρη (φτερίνα) να προφυλάσσει τα γουρούνια του αλλά και να διαμένει και ο ίδιος. Μια φορά είχε πάρει κοντά και τον γιο του που θα ήταν γύρω στα 7 με 8 ετών. Ένα βράδυ μάζεψαν τα γουρούνια να τα σταβλίσουν και να κοιμηθούν. Καθώς όμως κοιμόντουσαν ο πατέρας άκουσε κάποια φασαρία δίπλα στα γουρούνια. Σηκώθηκε σιγά – σιγά πήρε τη τσάγκρα του και πήγε να ιδεί τα γουρούνια του. Όμως η πόρτα των γουρουνιών ήταν ανοικτή και τα γουρούνια έλλειπαν. Άρχισε σιγά – σιγά να απομακρύνεται προσπαθώντας να τα εντοπίσει και να τα ξαναφέρει πίσω. Απομακρύνθηκε από την καλύβα του αρκετά δίχως να το καταλάβει. Το παιδί εν τω μεταξύ ξύπνησε και άρχισε να ζητάει τον πατέρα του φωνάζοντας και κλαίγοντας ασταμάτητα. Το σκοτάδι και η ερημιά και η ανασφάλεια το κυρίευσαν και άρχισε να απομακρύνεται και αυτό ψάχνοντας τον πατέρα του. Όμως για κακή του τύχη είχε πάρει τον αντίθετο δρόμο από αυτόν που είχε πάρει ο πατέρας του. Ο δε πατέρας του ύστερα από πολύωρη περιπλάνηση βρήκε τα γουρούνια του που έβοσκαν αμέριμνα σε κάποιο ξέφωτο. Όταν τα βρήκε του έφυγε το άγχος μήπως του τα είχανε κλέψει και με γοργές κινήσεις πήρε πάλι τον δρόμο της επιστροφής προς την καλύβα εκεί που είχε αφήσει το παιδί φοβούμενος μήπως έχει ξυπνήσει το παιδί και τον ψάχνει. Όταν έφθασε στην καλύβα του τον περίμενε μια μεγάλη έκπληξη. Το παιδί έλειπε από την καλύβα. Μπήκε αμέσως μέσα και έβαλε το χέρι του στα κλινοσκεπάσματα τα κατάλαβε ότι είναι παγωμένα και ότι το παιδί έχει φύγει από ώρες. Έκλεισε τα γουρούνια στο κατάλυμα και άρχισε να τριγυρνάει γύρω από την περιοχή του φωνάζοντας απελπισμένα. Απομακρύνθηκε αρκετά ξημέρωσε πήρε ο ήλιος και ακόμη τίποτα. Η αγωνία του κορυφώθηκε και η απελπισία του δεν περιγραφόταν. Κατά το μεσημέρι έφθασε σε μια περιοχή που είχε μια σπηλιά που λεγόταν του Ρούπα. Στην είσοδο της σπηλιάς είδε μια πολλή όμορφη κοπέλα λευκοφορεμένη και το πρόσωπο της έλαμπε σαν ήλιος. Προσπάθησε να πάει κοντά να την ρωτήσει αλλά η αντιλιάδα τον στράβωνε και δεν μπορούσε να πλησιάσει καθόλου. Τότε σκέφθηκε να την ρωτήσει από εκεί που στεκόταν. Όμως σκέφθηκε από τις ιστορίες που είχε ακούσει για τις Νεράιδες και τις Λάμιες ότι δεν πρέπει να μιλήσει αλλά ούτε και να ρίξει με το τουφέκι. Από μέσα όμως από την σπηλιά άκουσε ένα παιδικό κλάμα και κατάλαβε ότι ήταν το παιδί του. Προσπάθησε να πλησιάσει από άλλη γωνία και αντίθετα από τον ήλιο και πάλι τίποτα το πρόσωπο της κοπέλας από την αντιλιάδα που δημιουργούσε δεν τον άφηνε να βλέπει και να πλησιάσει κοντά στην είσοδο της σπηλιάς. Έπειτα από απεγνωσμένες προσπάθειες ακούμπησε δίπλα σ’ ένα πεσμένο κορμό από δένδρο και από την κούραση και από το ξενύχτι δεν άντεξε και κλείσανε τα μάτια του. Δεν κατάλαβε πόση ώρα πέρασε ώσπου κάποια στιγμή πετάχτηκε σαν ελατήριο από την θέση του και αφού για δυο λεπτά περίπου προσπάθησε να έλθει σ’ επαφή με το περιβάλλον και είχε ήδη πάρει το απόγιομα και κόντευε ο ήλιος να δύσει. Ξαναπροσπάθησε να μπει στην σπηλιά αλλά πάλι αδύνατον η αντιλιάδα πάλι τον τύφλωνε αλλά όμως κατάλαβε ότι όσο πέφτει ο ήλιος τόσο λιγότερη αντιλιάδα ερχόταν. Καθώς έκανε προσπάθειες πάλι έβρισκε μπροστά του την κοπέλα, τότε αποφάσισε να πάρει ένα ξύλο να την σκοτώσει και να πάρει τον γιο του. Καθώς έψαχνε για κάποιο ξύλο που θα χρησίμευε σαν ρόπαλο ο ήλιος χάθηκε από τον ορίζοντα, τότε άκουσε πίσω του μια στριγκλιά που διαπέρασε μέσα στο δάσος. Γύρισε πίσω το βλέμμα του προς την είσοδο της σπηλιάς και βλέπει την κοπέλα ντυμένη στα μαύρα και να τραβάει τα μαλλιά της και να φωνάζει κλαίγοντας και καταριόνταν τον χοιροβοσκό. Σε λίγα λεπτά της ώρας η κοπέλα χάθηκε μέσα στα φυλλώματα της φτέρης λέγοντας προς τον πατέρα του παιδιού: «Αφού δεν έβγαλες μιλιά ούλη την ημέρα είσαι τυχερός, τώρα έχασα το παιδί μου και την ζωή μου». Όταν χάθηκε η κοπέλα ο χοιροβοσκός μπήκε μέσα στην σπηλιά τρέχοντας με αγωνία όπου βρήκε το παιδί να κοιμάται σ’ ένα στρώμα με λουλούδια και δίπλα του πολλά χρυσαφικά. Ξύπνησε το παιδί, πήρε τα χρυσαφικά αφήνοντας όμως ένα στον τόπο που τα βρήκε και έφυγε τρέχοντας να βρει τα γουρούνια του στο κατάλυμα του. Όταν έφθασε στο κατάλυμα τα γουρούνια έλλειπαν, τα είχαν κλέψει οι ζωοκλέφτες δεν στεναχωρήθηκε καθόλου πήρε λίγα ρούχα και γύρισε στο χωριό του. Αφού εξιστόρησε τα γεγονότα στην γυναίκα του ορκίστηκε να μην ξαναπάει στο δάσος ποτέ την νύχτα ούτε και στην σπηλιά του Ρούπα. Από τότε λένε ότι η σπηλιά αυτή «κρατάει». |
Δάσος Φολόης – ΚάπεληςΤο μοναδικό, επίπεδο δάσος της Ελλάδας, έκτασης 218.000 στρεμμάτων, αποτελείται... >>> |
|
|
|
|
|
|